του Σταύρου Καρκαλέτση*

Ένα από τα πλέον άγνωστα τμήματα των εκτός Ελλάδας Ελλήνων, είναι αυτό που κατοικεί στη FYROM, στα σημερινά Σκόπια. Θα τολμούσα να ισχυριστώ πως δεν πρόκειται απλώς για ''άγνωστο'' αλλά και ''ανεπιθύμητο'' για τον μικροαθηναικό ενδοτισμό κομμάτι του Ελληνισμού. Το πολιτικό αδιέξοδο στις σχέσεις των Σκοπίων με την Ελλάδα, η επιθετική σκοπιανή ιδεολογία του ''μακεδονισμού'', και η παραδοσιακή έλλειψη ενδιαφέροντος τόσο από το ελληνικό κράτος όσο και από την ακαδημαϊκή κοινότητα, συνέβαλαν στην άγνοια της ιστορίας τους αλλά και της σύγχρονης παρουσίας τους. Υπάρχει όμως Ελληνισμός στα Σκόπια, την ώρα που κάποιοι στην Αθήνα ετοιμάζονται για τις νέες εκπτώσεις με τίτλο ''Δημοκρατία της Άνω Μακεδονίας''.
Κατά το 19ο αιώνα, ο ελληνικός αυτός πληθυσμός κατοικούσε κατά πλειονότητα στην περιοχή της Πελαγονίας, που περιλαμβάνει την Οχρίδα (Αχρίδα), το Μοναστήρι, τη Γευγελή, και τη Στρώμνιτσα. Τα βόρεια όριά του, που ταυτίζονταν με τα όρια της ιστορικής Μακεδονίας, ήταν το Κρούσοβο και το Πρίλεπο. Οι πρώτες εθνικές συγκρούσεις άρχισαν το 1870, με τη δημιουργία της βουλγαρικής Εξαρχείας και με την απόπειρα των Βούλγαρων εθνικιστών να αποσπάσουν τους σλαβόφωνους ελληνικούς πληθυσμούς από την επιρροή του ελληνόφωνου Οικουμενικού  Πατριαρχείου. Ο σλαβόφωνος πληθυσμός διασπάστηκε. Ένα μέρος, οι βουλγαρίζοντες, προσχώρησε στην Εξαρχία, ενώ ένα άλλο σημαντικό μέρος παρέμεινε πιστό στην ελληνική ιδέα και στο Πατριαρχείο.

Οι βασικές ομάδες του  ελληνισμού της Πελαγονίας ήταν τρεις: Οι πατριαρχικοί σλαβόφωνοι, οι Βλάχοι, και οι Σαρακατσάνοι. Ο Σκοπιανός ιστορικός Kriste Bitoski αναφέρει: ''Ιδίως οι Βλάχοι, βαθμιαία έγιναν η κύρια δύναμη στο πλευρό της Μητρόπολης της Πελαγονίας για την προώθηση της Μεγάλης Ελληνικής Ιδέας. Οι ναοί και τα σχολεία του Μοναστηρίου ήταν σε ελληνικά χέρια κατά τα μέσα του 19ου αιώνα…''. Στο υπόμνημα που απέστειλε η ελληνική κοινότητα της Πελαγονίας το 1903 προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, περιγράφεται με σαφήνεια η πολιτιστική και εθνική κατάσταση: ''Λαλούμεν ελληνιστί, βουλγαριστί, βλαχιστί, αλβανιστί, αλλ’ αυδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν ν’ αμφισβητεί προς ημάς τούτο''.

Η ένταση των εθνοτικών συγκρούσεων στην περιοχή φαίνεται και από τη μαρτυρία του Michel Pailares: ''Στο Μοναστήρι, όλοι οι Βλάχοι είναι Έλληνες ως τα βάθη της καρδιάς τους, με ελληνικές παραδόσεις και ιδανικά. Στέλνουν πάνω από δύο χιλιάδες παιδιά στα σχολεία του εκεί Ελληνισμού, που τα πλουτίζουν με τις εισφορές τους. Αυτοί βρίσκονται επικεφαλής του πιο σκληρού και αμείλικτου αγώνα εναντίον της Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Δημιούργησαν μια μυστική επιτροπή που είναι ο τρόμος των κομιτατζήδων. Ούτε ο μητροπολίτης ούτε ο Έλληνας πρόξενος μπορούν να μετριάσουν τον έξαλλο πατριωτισμό τους…''.

 Μετά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο και την ενσωμάτωση της περιοχής στο νεοσύστατο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), η κατάσταση χειροτέρευσε. Οι Σέρβοι ακολούθησαν μια πολιτική εκσλαβισμού και εκσερβισμού. Απαγόρευσαν τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και τις ελληνικές εκκλησίες. Σε ιδεολογικό επίπεδο, μετονόμασαν τους κατοίκους σε ''παλιούς Σέρβους'' (starii Srbrji). Η πολιτική αυτή αντικαταστάθηκε με την πολιτική εκβουλγαρισμού κατά τη διάρκεια τόσο της περιόδου 1916-1918, όταν η περιοχή κατελήφθη από τις Κεντρικές Δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια τα Σκόπια θα επανέλθουν στη σερβική δικαιοδοσία και η επαρχία θα oνομαστεί η επαρχία Vardarska. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα υποστεί τη γερμανική Κατοχή, όπου όμως μεγάλο μέρος του πληθυσμού (οι βουλγαρίζοντες) είδαν τους Γερμανούς ως ελευθερωτές, καθ' ότι σύμμαχοι των Βουλγάρων. Τότε θα επιστρέψουν και οι Βούλγαροι στην περιοχή και θα συνεχίσουν την πολιτική εκβουλγαρισμού. Είναι ακριβώς η πολιτική θα προσπαθήσει να ακυρώσει ο Τίτο στη συνέχεια, εφευρίσκοντας το ιδεολόγημα του μακεδονισμού.

(Συνεχίζεται)

* Από το έργο ''ΑΤΛΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ'', εκδ. ''ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ'', Αθήνα 2001

elkeda.gr