ΕΝ ΟΨΕΙ ΕΚΛΟΓΗΣ ΝΕΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ, ΔΕΙΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΚΑΝΕΝΑ ΚΑΝΑΛΙ ΔΕΝ ΔΕΙΧΝΕΙ ΠΟΤΕ! Aκολουθεί ειδικό μεγάλο αφιέρωμα…

ΑΦΙΕΡΩΜΑ / ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  

Γράφουν ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ, η ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ και ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Πώς φθάσαμε στο Μνημόνιο του 2010

Ηταν πριν από περίπου τέσσερα χρόνια όταν ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, με φόντο το ακριτικό Καστελλόριζο, θα άλλαζε ό,τι ξέραμε για την ελληνική οικονομία μέχρι εκείνη τη στιγμή, ενεργοποιώντας ένα πρωτόγνωρο μηχανισμό στήριξης για μία οικονομία που βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού. Σήμερα, δύο Μνημόνια και τρεις πρωθυπουργούς αργότερα, η «Κ» ξεκινάει μία έρευνα για τις κρίσιμες αποφάσεις, τις άγνωστες συγκρούσεις και τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις που οδήγησαν την άνοιξη του 2010 στην υπογραφή του Μνημονίου. Με την ψυχραιμία που χαρίζει το πέρασμα του χρόνου.
 
Ποιοι γνώριζαν τι θα συμβεί; Πότε κατάλαβαν τι πρόκειται να αντιμετωπίσει η χώρα; Γιατί ειπώθηκε το «λεφτά υπάρχουν»; Πραγματική διαπραγμάτευση έγινε; Υπήρξαν συμφωνίες κάτω από το τραπέζι; Τι θα μπορούσε να είχε συμβεί διαφορετικά; Τα πρόσωπα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό που βρέθηκαν στο κέντρο της ιστορίας αποκαλύπτουν βήμα προς βήμα τις πράξεις, τις παραλείψεις, αλλά και τα λάθη που οδήγησαν στο Μνημόνιο.
 Η «Κ» θα προσπαθήσει να σας ενημερώσει μέσα από τις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών των γεγονότων και να διαφωτίσει άγνωστες πτυχές και γεγονότα που συνέβησαν από το 2008, επί κυβέρνησης Καραμανλή, μέχρι τις 8 Μαΐου 2010, που υπογράφεται το πρώτο Μνημόνιο από την κυβέρνηση Παπανδρέου.
 
Από τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό στο τέλος της κυβέρνησης Καραμανλή και τα «δύο πολύ δύσκολα χρόνια» που ζήτησε από τους Ελληνες, στο «λεφτά υπάρχουν» του Γιώργου Παπανδρέου και στην είσοδο στο ΔΝΤ. Οι χαμένες ευκαιρίες, τα μεγάλα λάθη και οι αλήθειες για όσα λέγονταν και αποφασίζονταν για την οικονομία πίσω από κλειστές πόρτες.
 

Ο Τεξανός επενδυτής που γνώριζε πολλά…
 
Της ΕΛΕΝΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ
 

Εντεκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, στο Ντάλας του Τέξας, βρισκόταν ένας άνθρωπος ο οποίος τη στιγμή της κατάρρευσης της Lehman Brothers το 2008, γνώριζε πολύ περισσότερα ακόμη και από τα μεγάλα κεφάλια της ευρωπαϊκής αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας.
 
Αυτός είναι ο Kyle Bass, τον οποίο συναντάμε στο γυάλινο κτίριο της επενδυτικής του εταιρείας, Ηayman Capital. Είναι ένας από τους πρώτους ανθρώπους στον πλανήτη, αν όχι ο πρώτος, που από το 2008 καταλαβαίνει ότι η Ελλάδα πηγαίνει κατευθείαν προς τη χρεοκοπία. Ο ίδιος μέχρι εκείνη την εποχή δεν γνώριζε τίποτα για τη χώρα μας, παρά μόνον ιστορίες για το αρχαίο μεγαλείο της, καθώς έχει ζήσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στην πολιτεία των καουμπόηδων, με ιδιαίτερη αγάπη στα όπλα, στο κυνήγι και στον αμερικανικό στρατό.
 
Ο Μπας, μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, ξέρει ότι τα πράγματα στον κόσμο των επενδύσεων άλλαξαν μια για πάντα. Θέλοντας να βρει την επόμενη επενδυτική του κίνηση, ξεκινάει τον Σεπτέμβριο του 2008 μία έρευνα μηνών για ένα θέμα με το οποίο μέχρι τότε κανείς δεν είχε ασχοληθεί: Πότε φτάνει μία χώρα στο χείλος της χρεοκοπίας; «Στο τέλος του 2008, η αμερικανική κυβέρνηση είχε ξοδέψει 8,2 τρισ. για να στηρίξει το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κάθε φορά που οι τράπεζες είχαν προβλήματα, οι κυβερνήσεις τις έσωζαν. Αυτό γινόταν παντού σε όλο τον κόσμο», μας λέει ο Μπας, εξηγώντας ότι αυτό που τον ώθησε να ερευνήσει αυτό το θέμα ήταν να ανακαλύψει ποιο από τα κράτη δεν θα αντέξει να πληρώσει τα χρέη όλων των τραπεζών του. Ετσι, αρχίζει να ξεσκονίζει τα οικονομικά στοιχεία όλων των χωρών του ανεπτυγμένου κόσμου. Αυτό που ψάχνει είναι το κράτος με τον εξής εκρηκτικό συνδυασμό: μεγάλο δημόσιο χρέος και υπερβολικά χρεωμένες τράπεζες.
 
Με τα στοιχεία αυτά στο χέρι, o Bass επισκέπτεται ειδικούς παγκοσμίου φήμης σε θέματα χρεοκοπίας. «Το γεγονός ότι εντυπωσιάστηκαν με το πόσο μεγάλα ήταν τα νούμερα, με έκανε να καταλάβω ότι κανένας δεν ήξερε», λέει ο Μπας. Η χώρα μας πέφτει αμέσως στην προσοχή του. Εκτός από το υψηλό χρέος που είχε τότε, τον εντυπωσιάζει και η ευκολία με την οποία χρεοκοπούσε. «Το βασικό στοιχείο ήταν ότι η Ελλάδα δεν είχε πληρώσει τα χρέη της στο 50% των περιπτώσεων τα τελευταία 200 χρόνια. Ηταν η μεγαλύτερη κατά συρροήν κακοπληρώτρια στον κόσμο. Αυτό το στοιχείο δεν μπορούσα να το πιστέψω!», λέει ο Τεξανός επενδυτής.
 
Τότε είναι που αρχίζει να ποντάρει στη χρεοκοπία της Ελλάδας, αγοράζοντας ασφάλιστρα κινδύνου, τα λεγόμενα «γυμνά» CDS. Κάθε φορά που τα CDS μιας χώρας ακριβαίνουν, αντικατοπτρίζουν τον κίνδυνο μιας πιθανής χρεοκοπίας. Οσο πιο ευάλωτη είναι μια οικονομία, τόσο πιο υψηλή είναι και αυτή η τιμή. Και όσο πιο ακριβή η τιμή, τόσο πιο πολλά τα κέρδη γι’ αυτούς που προέβλεψαν τον κίνδυνο. Είναι η εποχή που επικρατεί η άποψη ότι δεν υπάρχει περίπτωση να χρεοκοπήσει μια ευρωπαϊκή χώρα σαν την Ελλάδα και έτσι ο Bass αγοράζει σε σχεδόν εξευτελιστικές τιμές τα CDS. Αυτή η συναλλαγή, που ήταν «μοναχική», καθώς οι αγορές τον θεωρούσαν τρελό σε εκείνη τη χρονική φάση, του αποφέρει ένα μεγάλο κέρδος που δεν θέλει ακόμα και σήμερα να αποκαλύψει…
 
Ο Αλογοσκούφης και τα στοιχεία
 
Περίπου ένα χρόνο πριν από την κερδοφόρο συναλλαγή του Τεξανού Μπας, η Ελλάδα κινείται σε τελείως διαφορετικούς ρυθμούς. Το φθινόπωρο του 2007, η κυβέρνηση Καραμανλή έχει μόλις κερδίσει μια δεύτερη τετραετία με πρόφαση την οικονομία. Στη Βουλή ηχεί η φωνή του τότε πρωθυπουργού να περιγράφει τα οικονομικά επιτεύγματα της χώρας: «Πετύχαμε ρυθμούς ανάπτυξης από τους πιο υψηλούς στην Ευρωζώνη. Πετύχαμε μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω από το προβλεπόμενο όριο του 3% του ΑΕΠ. Πετύχαμε χειροπιαστά κοινωνικά αποτελέσματα που απεικονίζονται στη δημιουργία 200.000 νέων θέσεων εργασίας», λέει στις προγραμματικές του δηλώσεις ο Κώστας Καραμανλής, τον Σεπτέμβριο του 2007.
 
Ο τότε υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης παραμένει για τέταρτη χρονιά στο πόστο του, χωρίς να έχει καταφέρει όχι μόνο να περιορίσει τις δαπάνες, αλλά και να λύσει ίσως ένα ακόμη πιο σημαντικό πρόβλημα, όπως θα αποδειχθεί στο μέλλον: το να γνωρίζει ποιος ξοδεύει τι μέσα στο ελληνικό κράτος. «Υπήρχαν τρεις τομείς που δεν ελέγχονταν από το υπουργείο: τα νοσοκομεία, τα ασφαλιστικά ταμεία και η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Τα νοσοκομεία έκαναν, για παράδειγμα, προμήθειες χωρίς την έγκριση κανενός, μόνο με τις αποφάσεις των διοικητικών συμβουλίων, και κάποια στιγμή μαθαίναμε εκ των υστέρων, τις υποχρεώσεις που αναλάμβαναν», λέει ο τότε υπουργός Οικονομίας.
 
Η καθυστέρηση ήταν τόσο μεγάλη που πολλές από τις δαπάνες γίνονταν γνωστές όταν είχε κλείσει ο οικονομικός χρόνος, ενώ στις Βρυξέλλες δεν ήταν λίγες οι φορές που απλώς λάμβαναν εκτιμήσεις για τις δαπάνες οργανισμών και όχι τελικά νούμερα. Αυτές οι εκτιμήσεις συνήθως έπεφταν έξω. Αυτό το πρόβλημα καθυστερούσε οποιαδήποτε απόφαση για τη χώρα μας και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οπως θυμάται και ο τότε επίτροπος, αρμόδιος για Οικονομικές Υποθέσεις, Χοακίν Αλμούνια, «το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε φορά που καλούμασταν να πάρουμε αποφάσεις για την Ελλάδα, δεν είχαμε στη διάθεσή μας τα αληθινά στοιχεία, γιατί αυτά έρχονταν αργότερα. Μόνο μετά την κρίση χρέους λύθηκε το ζήτημα».
 
Ο Αλογοσκούφης, όπως δηλώνει, προσπάθησε να ελέγξει προϋπολογισμούς και ισολογισμούς που δεν ήταν στη στενή κυβέρνηση, αλλά αυτές οι προσπάθειες έπεσαν στο κενό. Ο ίδιος ρίχνει το φταίξιμο στα υπουργικά φέουδα και στη γενικότερη αδιαφάνεια που κυριαρχούσε σε κυβερνητικό επίπεδο. «Οπου υπάρχει αδιαφάνεια, ενδεχομένως υπάρχουν και άλλα συμφέροντα, κρύβεται και κάτι άλλο», λέει ο ίδιος. Μπορεί ακόμη κανείς να μην πίστευε ότι η οικονομική κρίση, που έχει αρχίσει να σιγοβράζει στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, θα φτάσει στην Ευρώπη. Κάπως έτσι, μία ελληνική κρίση χρέους φαντάζει ακόμη σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
 
Το τότε εκτελεστικό μέλος του Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Γιούργκεν Σταρκ θυμάται ότι και η ΕΚΤ στέλνει τα πρώτο μήνυμα για αλλαγή ρότας της ελληνικής οικονομίας στη συνεδρίαση του συμβουλίου της, στις 8 Μαΐου 2008, στην Αθήνα. Εκεί ειπώθηκε ότι κάποιες χώρες με υψηλό πληθωρισμό είχαν χάσει την ανταγωνιστικότητά τους. «Ηταν μήνυμα με παραλήπτρια την Ελλάδα, ώστε να επιταχύνει τη διαδικασία προσαρμογής», λέει ο Σταρκ. Οι οίκοι αξιολόγησης ξέρουν ότι η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας είναι αδύναμη, αλλά θεωρούν ότι με την υποστήριξη της Ευρωζώνης και τους δημοσιονομικούς κανόνες που της θέτουν θα βελτιωθεί η πιστοληπτική της ικανότητα. Αυτό τουλάχιστον συζητιόταν στα γραφεία της Moody’s στη Νέα Υόρκη, σύμφωνα με την τότε αντιπρόεδρο του οίκου Τζοάν Βιντάλ, που θυμάται την Ελλάδα ως σημείο αναφοράς στην κλίμακα αξιολόγησης που είχαν για όλες τις χώρες, ως παράδειγμα που λάμβανε επιεική αξιολόγηση. «Ολοι γνωρίζαμε τις εγγενείς αδυναμίες της. Και πάντα υπήρχαν αυτοί που παραπονούνταν: Γιατί η χώρα μου να μην παίρνει την ίδια καλή βαθμολογία με την Ελλάδα;»
 
Ομως, όπως θυμάται και ο τότε υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης, στην Ευρώπη δεν μπορούν ακόμη να πιστέψουν ότι η κρίση της Αμερικής θα χτυπούσε και τη Γηραιά Ηπειρο. «Η κρίση εθεωρείτο πρόβλημα τραπεζών και ότι έπρεπε να στηρίξουμε τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος», λέει.
 
Και έτσι ακριβώς είναι. Παρ’ όλο που οι ξένοι μιλούν για επιμέρους προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, η κρίση είναι προς το παρόν μόνο τραπεζική. Αλλωστε, οι Ευρωπαίοι εκείνη την εποχή κοιμούνταν βαθιά, χωρίς να έχουν ούτε καν στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους σχέδιο β΄. «Δυστυχώς, η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν ήταν έτοιμη για μια κρίση. Κι αν εμφανιζόταν κάποιο πρόβλημα, θα ήταν πρόβλημα γερμανικό, ελληνικό ή κάποιας άλλης χώρας και μόνες τους θα έπρεπε να το αντιμετωπίσουν. Δεν υπήρχε καμία προετοιμασία για κοινή ευρωπαϊκή απάντηση στην κρίση», θυμάται ο Γερμανός οικονομολόγος Ντάνιελ Γκρος.
 
«Τα πράγματα μού ξέφυγαν πιο πολύ…»
 
H 15η Σεπτεμβρίου του 2008 θα μείνει στη μνήμη όσων ασχολούνται με τις αγορές ως ημερομηνία-σταθμός. Είναι η μέρα της κατάρρευσης της Lehman Brothers, που λειτουργεί σαν ένας καταστροφικός σεισμός στην παγκόσμια οικονομία. Οι αγορές γίνονται νευρικές, ενώ στην Ευρωζώνη όλοι γνωρίζουν ποιος είναι ο αδύναμος κρίκος.
 
Είναι εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ο Γιώργος Αλογοσκούφης, χωρίς ακόμη να έχει καταλάβει τι θα επακολουθήσει, προσπαθεί να πάρει κάποια αυστηρά, για τα δεδομένα της εποχής, μέτρα για το έλλειμμα, που ξέρει ότι πρέπει να μειωθεί άμεσα. Ετσι ανακοινώνει σειρά μέτρων, όπως κατάργηση του αφορολόγητου για πολλές κατηγορίες επαγγελματιών, επαναφορά αυστηρών τεκμηρίων, αύξηση των φόρων σε καύσιμα, τσιγάρα, ποτά και ακίνητα ανάμεσα σε άλλα.
 
Ομως, η κυβέρνηση Καραμανλή κρέμεται όχι μόνον από μία κλωστή, αλλά, κυριολεκτικά, από μία και μόνη έδρα στη Βουλή. Και πολλοί είναι οι βουλευτές της που νιώθουν ότι εκείνη την ώρα έχουν τη δύναμη ακόμη και να εκβιάσουν ανοιχτά, ζητώντας ανταλλάγματα για κάθε ψήφο. Στις δικές του αποφάσεις, λέει ο κ. Αλογοσκούφης, οι εκβιασμοί δεν έπαιζαν κάποιο ρόλο. «Ενδεχομένως στις συζητήσεις που είχαν με τον κ. Καραμανλή να υπήρχε αυτή η περίπτωση. Κάποιοι βουλευτές, άλλωστε, το έλεγαν και δημοσίως και απειλούσαν ότι δεν θα ψηφίσουν μέτρα», λέει.
 
Τότε, κυριαρχούσε ένας γενικότερος προβληματισμός στην κυβέρνηση για το αν θα έπρεπε να ληφθούν περισσότερα μέτρα και ζυγίζονταν πολύ προσεκτικά οι πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις αυτής της απόφασης. Στο θέμα υπήρχαν, άλλωστε, αντίθετες απόψεις μέσα στο κόμμα της Ν.Δ. ανάμεσα στη φιλελεύθερη Δεξιά, που ήταν υπέρ των μέτρων, και τη λαϊκή Δεξιά, που ήταν κατά, η οποία τελικά επικράτησε.
 
Εκείνη την περίοδο, ο πρωθυπουργός είναι αποδυναμωμένος και εκ των πραγμάτων είναι δύσκολο να κάνει τις αλλαγές που δεν είχε κάνει τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια, όταν ακόμη είχε την κοινή γνώμη μαζί του, λέει ο τότε στενός σύμβουλός του Γιάννης Λούλης. Τα μέτρα του Αλογοσκούφη «αμβλύνονται» και τελικά ψηφίζονται από τη Βουλή. Η ήπια προσαρμογή κερδίζει για μία ακόμη φορά το παιχνίδι.
 
Στις Βρυξέλλες έχουν αρχίσει να συζητούν για μία πολιτική αντίδραση στην τραπεζική κρίση που έχει προκύψει από την κατάρρευση της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας: τη δημιουργία ενός κοινού ταμείου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με σκοπό να σώζει χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η πρόταση που κυκλοφορεί μέσω Ολλανδών αξιωματούχων προέβλεπε να έδινε κάθε κράτος-μέλος ένα ποσοστό του ΑΕΠ σε ένα ταμείο ξεχωριστό για κάθε χώρα, που θα ελέγχεται από έναν κοινό φορέα. Η αντίδραση του τότε υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Πέερ Στάινμπρουκ ήταν τελείως αρνητική. «Δεν βλέπω την ανάγκη η Γερμανία να βάλει ποσοστό του ΑΕΠ της σε κάτι τέτοιο. Η Γερμανία είναι ιδιαίτερα προσεκτική στα μεγάλα σχέδια για την Ευρώπη», απαντάει ο Γερμανός υπουργός σε επιστολή του, αντανακλώντας το κλίμα που επικρατούσε στην Ευρώπη τότε, αλλά και τα επόμενα κρίσιμα χρόνια που ακολούθησαν.
 
Το Eurogroup του 2008
 
Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και η αποκάλυψη του Γ. Αλογοσκούφη για το τελευταίο Eurogroup όπου συμμετείχε ο ίδιος, τον Δεκέμβριο του 2008. Εκεί οι Ευρωπαίοι συζητούν για πρώτη φορά κάτι που δεν θα μάθει κανείς: «Τότε είχε έρθει και ο Στρος-Καν ως επικεφαλής του ΔΝΤ και συζητήθηκε το θέμα του μηχανισμού ουσιαστικά. Και στην ουσία απορρίφθηκε γιατί οι Γερμανοί δεν έδειχναν διάθεση να το στηρίξουν».
 
Στο τέλος του 2008, η κυβέρνηση και η χώρα ζουν νύχτες αναρχίας μετά τη δολοφονία του 15χρονου Γρηγορόπουλου. Η κυβέρνηση χάνει σχεδόν τον έλεγχο της χώρας και είναι πια πλήρως αποδυναμωμένη. Λίγες εβδομάδες μετά τα επεισόδια του Δεκεμβρίου, ο Καραμανλής κάνει ανασχηματισμό. Η μεγαλύτερη αλλαγή που γίνεται στα κυβερνητικό σχήμα είναι η αποχώρηση του Γιώργου Αλογοσκούφη. Τα πέντε χρόνια που ήταν υπουργός, το χρέος αυξήθηκε κατά 70 δισεκατομμύρια ευρώ, το έλλειμμα κατά 2 μονάδες και οι δαπάνες ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ.
 
Κοιτώντας πίσω ο Γιώργος Αλογοσκούφης κάνει μία ανασκόπηση της θητείας του για το τι θα μπορούσε να είχε κάνει διαφορετικά: «Θα έπρεπε η ήπια προσαρμογή να είναι περισσότερο προσαρμογή και λιγότερο ήπια. Από την ώρα που βγήκαμε από την επιτήρηση και δεν είχα ως υπουργός Οικονομικών την υποστήριξη και τις πιέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα πράγματα ξέφυγαν περισσότερο απ’ ό,τι θα ήθελα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος».
 
2009, η κρίση χρέους ήταν ήδη παρούσα
 
Στα τέλη του 2008 η κυβέρνηση Καραμανλή βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Τα «Δεκεμβριανά» έχουν προκαλέσει τεράστια πολιτική ζημιά στον κορμό των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας και η κυβέρνηση διαθέτει οριακή πλειοψηφία μιας και μόνης έδρας με τον πρώην συνδικαλιστή Γιάννη Μανώλη να παίζει καθοριστικό ρόλο. Οι «παροικούντες την Ιερουσαλήμ» έχουν αρχίσει να ψιθυρίζουν από τότε πως η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε κρίση χρέους. Ο Γιώργος Αλογοσκούφης παραπονείτο συχνά σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες του ότι είχε χαθεί ο έλεγχος στα νοσοκομεία και στις ΔΕΚΟ, καθώς κανείς δεν ήξερε πόσο ακριβώς κόστιζαν στο κράτος, ενώ όταν το μάθαιναν ήταν πολύ αργά. Στο Μαξίμου διεξάγονταν συχνά κουβέντες για τον ΟΣΕ, ο οποίος αναφερόταν ως χαρακτηριστικό παράδειγμα κολοσσιαίας σπατάλης. Οι σχετικές συζητήσεις κατέληγαν συνήθως στη διαπίστωση πως «η μόνη λύση είναι να κλείσει και να ξανανοίξει» και στην απόφαση πως «αυτά τα πράγματα δεν γίνονται», μία φράση που φαίνεται να χρησιμοποιείται ιδιαίτερα συχνά εκείνη την εποχή. Την ίδια περίοδο ο τότε πρωθυπουργός επιμένει ότι η δυναμική του χρέους δεν είναι ανησυχητική και δείχνει στους συνομιλητές του σχετικό γράφημα, όπου το χρέος αποκλιμακωνόταν ως ποσοστό του ΑΕΠ τα αμέσως επόμενα χρόνια. Κανείς δεν γνωρίζει αν η εκτίμηση οφειλόταν σε κακή ενημέρωση ή όχι. Αλλωστε, ο Κώστας Καραμανλής δεν διέθετε ανεξάρτητο οικονομικό σύμβουλο ή επιτελείο στο Μαξίμου.
 
Τα πρώτα μηνύματα έρχονται…
 
Τα Χριστούγεννα του 2008 αρχίζει να διαφαίνεται στον ορίζοντα το ενδιαφέρον των διεθνών αγορών για το ελληνικό χρέος. Σημαίνον πολιτικό πρόσωπο που έπαιξε κατόπιν ρόλο στις κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου δέχεται τότε ένα τηλεφώνημα φημισμένου διεθνούς «κερδοσκόπου» από το Σεντ Μπαρτς της Καραϊβικής, όπου έκανε τις διακοπές του. Το ενδιαφέρον του εστιαζόταν στην πορεία του χρέους και το κατά πόσον τα ελλείμματα βρίσκονταν υπό έλεγχο.
 
Το πρώτο ημιεπίσημο ηχηρό μήνυμα όμως δεν αργεί και έρχεται από το Σίτι του Λονδίνου. Με την είσοδο του καινούργιου έτους, ο οίκος αξιολόγησης Standards & Poor υποβαθμίζει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας από  Α σε Α- και η προσοχή των ήδη νευρικών από τη διεθνή κρίση αγορών στρέφεται τώρα για τα καλά στις χρόνιες αδυναμίες της χώρας. «Η Ελλάδα απέτυχε να φτιάξει τη στέγη, όταν ακόμη ο ήλιος έλαμπε» λέει χαρακτηριστικά ο αναλυτής της S&P Μάρκο Μίρσνικ.
 
Ο Κώστας Καραμανλής σε μία από τις τελευταίες του προσπάθειες να διατηρήσει τον έλεγχο της κατάστασης κάνει ανασχηματισμό. Στο τιμόνι της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται τώρα ο Γιάννης Παπαθανασίου. Την πρώτη μέρα που αναλαμβάνει ως υπουργός Οικονομικών, στις 7 Ιανουαρίου του 2009, δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον Γιώργο Προβόπουλο. «Γιάννη, θέλω να μου αφιερώσεις μία ώρα σήμερα το απόγευμα οπωσδήποτε, για να σε ενημερώσω», ακούγεται από την άλλη πλευρά της γραμμής. 
 
Ανησυχία και πιέσεις
 
Στη συνάντησή τους, λίγη ώρα αργότερα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μιλάει στον νέο υπουργό για μυστικές διαβουλεύσεις Ευρωπαίων όπου εκφράζεται η ανησυχία για την Ελλάδα αλλά και για την πίεση που δέχεται στις συναντήσεις του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ σχετικά με τα οικονομικά στοιχεία της χώρας. Λίγες εβδομάδες πριν, στην κοινοβουλευτική συζήτηση για τον προϋπολογισμό, ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έχει προειδοποιήσει ότι η δημοσιονομική διαχείριση των κυβερνήσεων της Ν.Δ. κινδυνεύει να οδηγήσει τη χώρα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. 
 
Λίγες μέρες αργότερα, στα δέκατα γενέθλια του ευρώ, Τρίτη και 13, κανείς δεν γιορτάζει πραγματικά. Ο Γ. Παπαθανασίου κάνει το πρώτο του ταξίδι στις Βρυξέλλες. Πίσω από τα χαμόγελα για τους φωτογράφους οι Ευρωπαίοι διατυπώνουν ξεκάθαρα τις ανησυχίες τους  τόσο  για τον δανεισμό της Ελλάδας όσο  και για τις επερχόμενες λήξεις ομολόγων.
 
Ο δανεισμός της χώρας ανεβαίνει στα ύψη
 
O Γιάννης Παπαθανασίου έχει ένα ιδιαίτερο δύσκολο δανεισμό να διαχειριστεί, καθώς το 2009 ήταν μία ιδιαίτερα απαιτητική χρονιά με περίπου 12 δισ. παραπάνω λήξεις ομολόγων απ’ ό,τι συνήθως.
 
Ο Σπύρος Παπανικολάου ήταν τότε επικεφαλής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους και ένας από τους πλέον έμπειρους Ελληνες αξιωματούχους σε ζητήματα εκδόσεων ομολόγων. Ο κ. Παπανικολάου θυμάται ότι τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια ήλθαν στις αρχές του 2009: «Η κρίση της Λίμαν δεν μας επηρέασε άμεσα γιατί είχαμε καλύψει τις δανειακές μας ανάγκες για το 2008 το πρώτο εξάμηνο του έτους. Οταν μπήκαμε στο 2009, όμως, άρχισαν να φαίνονται τα σημάδια. Δηλαδή άρχισαν τα νούμερα των spread να ανεβαίνουν στα ύψη. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, το 2008 το δεκαετές ομόλογο ήταν στα 55 points και μετά, όταν ξαναβγήκαμε το 2009, ήταν 301. Ηταν εμφανές μεν ότι η κρίση μας επηρέασε αλλά δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα πρόσβασης στις αγορές ή άντλησης κεφαλαίων».
 
Αλλά και ο κ. Παπαθανασίου θυμάται την αγωνία του για το θέμα του δανεισμού: «Σε κάθε έκδοση το προηγούμενο βράδυ δεν ήτανε καλός ο ύπνος. Διότι είχες πάντοτε ανησυχία σε ένα τέτοιο διεθνές περιβάλλον, εάν θα καταφέρεις να καλύψεις την έκδοση αυτή».
 
Ο Γ. Παπαθανασίου όμως βγαίνει στις αγορές να δανειστεί σαν να μην υπάρχει αύριο. Η εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού τοποθετεί τις ανάγκες χρηματοδότησης της κεντρικής κυβέρνησης για το 2009 στα 40,74 δισ. ευρώ. Ο Σπ. Παπανικολάου επισημαίνει ότι «ο συνολικός δανεισμός από 43,3 δισ. ευρώ το 2008 πήγε στα 66 δισ. το 2009. Σημειωτέον ότι ξεκίνησε με εκτίμηση για δανεισμό 42,2 δισ. στον προϋπολογισμό, ο στόχος αναθεωρήθηκε μετά στα 50,2 δισ. και καταλήξαμε στο 66,2 δισ.».
 
H στρατηγική επιθετικής άμυνας, προσωρινά τουλάχιστον, φαίνεται να έχει αποτέλεσμα: οι αποδόσεις του δεκαετούς ομολόγου πέφτουν κάτω από το 4,5% τον Σεπτέμβριο, από 6% στις αρχές του έτους. 
 
Ο κ. Παπανικολάου όταν ερωτάται για ποιον λόγο αυξήθηκε τόσο ο δανεισμός απαντά: «Τα έξοδα του Δημοσίου πήγαν στα ύψη, αυξήθηκαν 40 – 45%. Οπότε κρίθηκε αναγκαίος ο πρόσθετος δανεισμός. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2009 ένα μεγάλο κομμάτι του δανεισμού ήταν έντοκα γραμμάτια. Μέχρι τότε δανειζόμασταν μόνο ένα δισ. σε έντοκα για να καλύψουμε τη ζήτηση από τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες τα πουλούσαν σε πελάτες τους. Το 2009 χρησιμοποιήθηκαν κανονικά σαν τρόπος δανεισμού και στο τέλος του χρόνου είχαμε 8 δισ. έντοκα γραμμάτια, τα οποία είχαν πλέον αλλάξει και τη συνήθεια δανεισμού και επηρέασαν την διάρκεια του χρέους».
 
Με δυσκολία η απόφαση για μέτρα
 
Από τον Ιανουάριο ο πρωθυπουργός έχει δημιουργήσει ένα άτυπο διευθυντήριο εντός της κυβέρνησης για τη διαχείριση της οικονομικής πολιτικής, στο οποίο συμμετέχουν ο υπουργός Οικονομίας Γιάννης Παπαθανασίου και οι υπουργοί ΠΕΧΩΔΕ Γιώργος Σουφλιάς και Ανάπτυξης Κωστής Χατζηδάκης. Στις συναντήσεις αυτές, που λαμβάνουν χώρα σε εβδομαδιαία βάση στο Μέγαρο Μαξίμου, ο κ. Παπαθανασίου πηγαίνει εξοπλισμένος με σειρά μέτρων για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών. Τα μόνα που επιβιώνουν των συναντήσεων είναι τα πιο πολιτικά ανώδυνα – με άλλα λόγια, τα πιο οικονομικά αναποτελεσματικά. 
 
Σε ορισμένες από τις συσκέψεις της ομάδας συμμετέχει και ο Γιώργος Προβόπουλος, ο οποίος έχει αναλάβει τη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος λίγους μήνες νωρίτερα, τον Ιούνιο του 2008. Ο Γ. Προβόπουλος επιμένει πως η λήψη άμεσων μέτρων δημοσιονομικού περιορισμού είναι απολύτως αναγκαία. Η συζήτηση, όμως, συνήθως καταλήγει  με την επωδό «αυτά τα πράγματα  δεν  γίνονται,  Γιώργο,  έτσι  όπως είμαστε». 
 
Την ίδια αντίδραση αντιμετωπίζει και η τότε εκπρόσωπος της Ελλάδας στο ΔΝΤ, Μιράντα Ξαφά, στις συζητήσεις της με μέλη της κυβέρνησης στην προσπάθειά της να τα πείσει για αποφασιστικά μέτρα. «Δεν νομίζω ότι ήταν τότε σε φάση κανείς να ακούσει προσεκτικά εισηγήσεις για μέτρα μακράς πνοής, που είχαν να κάνουν είτε με το κλείσιμο ζημιογόνων ΔΕΚΟ είτε με το κλείσιμο άχρηστων κρατικών οργανισμών».
 
Η πρώτη φορά
 
Τα μέτρα που τελικά λαμβάνονται στις αρχές του 2009 είναι περικοπές 10% σε όλους τους κωδικούς πλην μισθών και συντάξεων, ενώ ένα μήνα αργότερα, στις 18 Μαρτίου, η κυβέρνηση προχωρά ένα βήμα παραπέρα ανακοινώνοντας πάγωμα μισθών άνω των 1.700 ευρώ σε Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και πάγωμα συντάξεων άνω των 1.100 ευρώ. Συγχρόνως η κυβέρνηση επιβάλλει έκτακτη εισφορά σε άτομα με ετήσιο εισόδημα άνω των 60.000 ευρώ.
 
Ο κ. Παπαθανασίου υποστηρίζει ότι τα μέτρα εκείνη την περίοδο δεν μπορούσαν να είναι συνολικά «γιατί ήμασταν μέσα στην κρίση και η κρίση ήταν σαν μια χιονοστιβάδα, η οποία έπεφτε συνέχεια, κυλούσε συνέχεια προς τα κάτω και έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις» γι’ αυτό και αναγκάστηκε στους εννέα μήνες που βρισκόταν στο γραφείο της οδού Νίκης να πάρει τρεις φορές μέτρα.
 
Η στάση της αντιπολίτευσης
 
Την περίοδο μετά τα πρώτα μέτρα, το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται από την πλευρά του σε πρωτοφανή άρνηση να καταλάβει ή να δεχτεί την πραγματικότητα. Μόλις ένα βήμα πριν από τον γκρεμό, η αξιωματική αντιπολίτευση συνεχίζει να μιλά για παροχές και να κατηγορεί την κυβέρνηση για τα «σκληρά» της μέτρα, όπως τα αποκαλεί.
 
Ο τότε εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπακωνσταντίνου προειδοποιεί τον ελληνικό λαό για μία «άγρια φοροεπιδρομή» που τον περιμένει ενώ η πολιτική εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ σε θέματα οικονομίας Λούκα Κατσέλη δηλώνει στο πλευρό όλων των δημοσίων υπαλλήλων και συνταξιούχων που κινδυνεύουν με πάγωμα μισθών.
 
Στο λιμάνι…
 
Εκείνες τις μέρες είναι που ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γιώργος Παπανδρέου σε μια συμβολική κίνηση κατεβαίνει στο λιμάνι του Πειραιά με τους αγρότες της Κρήτης που ασκούν πίεση για παροχή επιδόματος. Εκεί, με μάτια που μισανοίγουν από τα δακρυγόνα που έχουν πέσει δίπλα του, δηλώνει ότι η στάση της κυβέρνησης απέναντι στους αγρότες είναι απαράδεκτη καθώς αρνείται να τους δώσει επίδομα. 
 
Τότε είναι η εποχή που το ΠΑΣΟΚ διακήρυττε ότι θα επανακρατικοποιήσει τον ΟΤΕ και θα ακυρώσει τη συμφωνία με την Cosco για το λιμάνι του Πειραιά. Επέμενε ότι το Ελληνικό πρέπει να γίνει όλο πάρκο, ενώ στελέχη της εμφανίζονταν με το Ν. Φωτόπουλο της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ σε καταλήψεις των γραφείων της εταιρείας για την αποτροπή της επένδυσης της γερμανικής εταιρείας ενέργειας RWE. 
 
Και παροχές
 
«Παρά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης έπρεπε να πάρουμε πιο αυστηρά μέτρα, νωρίτερα», λέει κοιτώντας πίσω ο Γ. Παπαθανασίου. Ομως εξαιτίας της επικείμενης προεκλογικής αναμέτρησης, της αδύναμης κυβέρνησης και την παραπάνω στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης καταφθάνουν και οι πρώτες παροχές.
 
Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Σωτήρης Χατζηγάκης ανακοινώνει τον Ιανουάριο του 2009, στήριξη στους αγρότες αξίας 500 εκατομμυρίων ευρώ, την οποία το ΠΑΣΟΚ  χαρακτηρίζει «ψίχουλα», λέγοντας ότι αν ήταν στην κυβέρνηση, θα είχε δώσει τα διπλάσια.
 
Συνάντηση Καραμανλή – Παπανδρέου
 
Είναι Μάρτιος του 2009 και η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι θα χρειαστεί ακόμη περισσότερα χρήματα για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, που για πρώτη φορά ύστερα από τέσσερα χρόνια, προβλέπεται ότι θα σπάσει το όριο του 100% του ΑΕΠ, ενώ το έλλειμμα αυξάνεται σχεδόν σε μηνιαία βάση.
 
Στο ταξίδι του Κ. Καραμανλή στις Βρυξέλλες, τις πρώτες ημέρες του μήνα, οι συναντήσεις γίνονται σε κλίμα τεταμένο. Ο Χοακίν Αλμούνια βλέποντας αυτό το συνεχές αυξανόμενο έλλειμμα παρουσιάζει μία αυστηρότατη εισήγηση στο Eurogroup με προτάσεις για την άμεση δημοσιονομική προσαρμογή της Ελλάδας: «Μας έλεγαν ότι η κατάσταση δεν είναι και τόσο σοβαρή» λέει ο τότε Επίτροπος Οικονομικών.
 
Τέσσερις μόλις ημέρες μετά την επιστροφή από τις Βρυξέλλες και τις καθησυχαστικές δηλώσεις στον Χ. Αλμούνια, ο Κ. Καραμανλής ξέρει ότι η κατάσταση είναι ιδιαιτέρως σοβαρή και καλεί τα κόμματα στο Μέγαρο Μαξίμου. Θέλει να βρεθεί μία κοινή πολιτική στην οικονομία και ξέρει ότι χρειάζεται και τη στήριξη της αντιπολίτευσης για να πάρει μέτρα τη στιγμή που ίσως η κατάσταση της οικονομίας να είναι ακόμα αναστρέψιμη.
 
Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου συνοδεύει τον Γ. Παπανδρέου και τον περιμένει στον προθάλαμο του πρωθυπουργικού γραφείου παρέα με τον Ευάγγελο Αντώναρο. Η συνάντηση Καραμανλή – Παπανδρέου διαρκεί μόλις μερικά λεπτά και καταλήγει σε ένα αναμενόμενο φιάσκο. Ο Γ. Παπανδρέου βγαίνει από το Μέγαρο Μαξίμου και ζητάει εκλογές.
 
«Η κυβέρνηση πέντε χρόνια απέρριπτε όλες τις δικές μας προτάσεις. Σήμερα αισθάνομαι ότι απλώς ζητά μια λευκή επιταγή για να συνεχίσει ατελέσφορες και αναξιόπιστες και αδιέξοδες πολιτικές. Ενώ χρειάζεται πραγματικά μια νέα κατεύθυνση η χώρα. Και αυτό σημαίνει και μια νέα κυβέρνηση» λέει στο κατώφλι του Μεγάρου Μαξίμου ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. 
 
Για τον Γ. Παπακωνσταντίνου ήταν λάθος η τοποθέτηση της κυβέρνησης που δεν παραδέχτηκε το όλο αυξανόμενο έλλειμμα. «Εάν η κυβέρνηση τότε είχε βγει και είχε πει ότι το έλλειμμα είναι πολύ μεγαλύτερο και άρα πρέπει να πάρουμε μέτρα, εκεί θα ήταν πολύ πιο δύσκολο για εμάς το να αρνηθούμε κάποια μέτρα» λέει κοιτώντας πίσω.

 
(Στην φωτογραφία : Σεπτέμβριος 2009, στην κατάμεστη αίθουσα της HELEXPO στη ΔΕΘ, ο Κώστας Καραμανλής έχει μόλις μιλήσει για την κατάσταση της οικονομίας, για τα «δύο δύσκολα χρόνια που ακολουθούν» και το πάγωμα μισθών, συντάξεων, προσλήψεων και επιδομάτων)

2009, η ελληνική οικονομία σε επιτήρηση

Tον Απρίλιο του 2009, η ελληνική οικονομία μπαίνει σε επιτήρηση άλλη μία φορά για υπερβολικό έλλειμμα. «Μας έδωσαν το φθινόπωρο του 2008 έναν προϋπολογισμό που προέβλεπε έλλειμμα για το 2009, 1,8%. Τον πρώτο κιόλας μήνα είχε ξεπεράσει το 3% του ΑΕΠ και τον Απρίλιο το έλλειμμα ήταν πάνω από 5%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας» θυμάται ο αρμόδιος Επίτροπος Χοακίν Αλμούνια.

Στις 25 Ιουνίου, ο I. Παπαθανασίου παρουσιάζει τη νέα δέσμη μέτρων, που συνίσταται αποκλειστικά σε αυξήσεις φόρων, μεταξύ των οποίων ο ΕΦΚ στα καύσιμα, τα ποτά και τα τσιγάρα, οι φόροι στα κέρδη των λαχείων, τα τέλη κινητής τηλεφωνίας, σκαφών και οχημάτων μεγάλου κυβισμού. Η συνολική αξία του πακέτου ήταν 1% του ΑΕΠ, τα 3/4 του οποίου, όπως σημειώνουν οι υπηρεσίες της Κομισιόν, είναι μη μόνιμου αλλά πυροσβεστικού χαρακτήρα.

Στην Κομισιόν τα μέτρα αυτά αντιμετωπίζονται με δυσπιστία και ο επίτροπος αρμόδιος για Οικονομικές Υποθέσεις Χοακίν Αλμούνια παρουσιάζει μια έκθεση στις 2 Ιουλίου, όπου προειδοποιεί πως εάν δεν υιοθετηθούν άμεσα οι προτάσεις της, το έλλειμμα θα ξεπεράσει το 10%. Η έκθεση αυτή που θα φτάσει και στην ελληνική Βουλή εκτιμά ότι τα μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση Καραμανλή «δεν φαίνεται να επαρκούν για να επαναφέρουν το έλλειμμα κοντά» στον στόχο του 3,7% του ΑΕΠ το 2009, «ιδιαίτερα δεδομένης της επιδεινούμενης κατάστασης των μακροοικονομικών προοπτικών της ελληνικής οικονομίας». Τα στοιχεία του α΄ τριμήνου, σημειώνει η Κομισιόν, προμηνύουν επιδόσεις ανάπτυξης χειρότερες από τις προγνώσεις της ελληνικής κυβέρνησης. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι στην εαρινή της πρόβλεψη για την Ελλάδα, που δεν συμπεριλάμβανε τα μέτρα του Ιουνίου, η Κομισιόν τοποθετούσε το έλλειμμα του 2009 μόλις στο 5,1% του ΑΕΠ.

Εκθεση του ΔΝΤ

Τον Αύγουστο του 2009 το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην ετήσια του έκθεση «Αρθρο ΙV», που κάνει για όλες τις χώρες, αποφασίζει και αυτό με τη σειρά του να χτυπήσει το καμπανάκι με τον πιο ηχηρό τρόπο. Ο Ολλανδός εισηγητής της έκθεσης Μπομπ Τράα, ειδικός σε στατιστικά θέματα χρέους, αναφέρει μεταξύ των άλλων προβλημάτων της οικονομίας το συνεχές αυξανόμενο χρέος της χώρας, την απώλεια ανταγωνιστικότητας και το μεγάλο έλλειμμά της.

Οταν στο υπουργείο Οικονομικών βλέπουν το προσχέδιο της έκθεσης αντιδρούν έντονα και ζητούν να μη δημοσιευθεί ό,τι αρνητικό υπάρχει σχετικά με την Ελλάδα και την αδυναμία της να βγει στις αγορές, καθώς και ό,τι σχετιζόταν με το ρίσκο της μετάδοσης της ελληνικής κρίσης στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης (τα δύο μόνα στοιχεία που είχε δικαίωμα η Ελλάδα να παρέμβει). Οντως η έκθεση βγαίνει με μερικές αναφορές σβησμένες. Ομως και γι’ αυτούς που δεν ήταν εξοικειωμένοι με τις εκθέσεις του ΔΝΤ, ο Τράα δημοσιεύει και μία συμπληρωματική που μάλλον δεν αντιλαμβάνεται το υπουργείο Οικονομικών. Γιατί εκεί αναφέρεται ξεκάθαρα ότι «αν η Ελλάδα ήταν εταιρεία, θα ήταν χρεοκοπημένη» καθώς τα έξοδά της ήταν κατά 51 δισ. περισσότερα από τα έσοδα.

Στο Eurogroup

Στις 2 Σεπτεμβρίου, στο τραπέζι του Eurogroup βάζουν μια καταληκτική ημερομηνία για τις 24 Οκτωβρίου, που η χώρα μας θα παρουσιάσει μέτρα διαρθρωτικών αλλαγών μείωσης του ελλείμματος. Στο μυαλό του Κ. Καραμανλή μήνες τώρα υπάρχει το δίλημμα να πάει σε εκλογές ώστε να μπορέσει να κάνει τις διαρθρωτικές αλλαγές και να πάρει μέτρα δύσκολα με καινούργια λαϊκή ετυμηγορία ή να προχωρήσει σε αυτά άμεσα με μία αδύναμη κυβέρνηση 151 βουλευτών όπου υπάρχει ο κίνδυνος κάθε βουλευτής να εκβιάζει για να ρίξει την κυβέρνηση. Αυτή η δέσμευση στο Eurogroup φαίνεται να βγάζει και τον Κ. Καραμανλή από το δίλημμα.

Σύμφωνα με τον Γιάννη Παπαθανασίου, η άμεση ανάγκη λήψης μέτρων ήταν που ώθησε τον πρωθυπουργό να προκηρύξει τις εκλογές. «Η θέση του ήταν ότι δεν είχαμε την πολιτική νομιμοποίηση να πάρουμε αυτά τα μέτρα. Θα έκανε λοιπόν προεκλογική εκστρατεία λέγοντας τη δυσάρεστη αλήθεια. Αν κέρδιζε, θα είχε τη νομιμοποίηση για τις περικοπές. Αν έχανε, οι άλλοι θα μπορούσαν να πατήσουν πάνω στα δικά μας λεγόμενα και να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα».

Στο ερώτημα γιατί οι Ευρωπαίοι δεν πίεσαν περισσότερο την κυβέρνηση Καραμανλή να πάρει μέτρα πριν από τις εκλογές, ο τότε πρόεδρος του Eurogroup, Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, μας απαντάει ότι «τότε οι Ελληνες συνάδελφοι δεν αναγνώριζαν αυτό που αργότερα έγινε προφανές και εγώ δεν ήθελα να επιτείνω τη νευρικότητα των αγορών. Θα ήταν πολύ δύσκολο, χωρίς κοινή ανάλυση και κοινή απάντηση (και από την ελληνική πλευρά), να παρέμβω σε αυτό το χάλι δίνοντας πληροφορίες. Η ελληνική κυβέρνηση δεν θα το είχε δεχθεί».

Η 5ετία σε αριθμούς

Ο Κώστας Καραμανλής παρέλαβε χρέος ύψους 183,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, το 2004, και παρέδωσε χρέος 299,5 δισ. στο τέλος του 2009.

• Οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι οποίες κυμαίνονταν μεταξύ 44 – 45% στο πρώτο μισό της περασμένης δεκαετίας, αυξήθηκαν μεταξύ του 2006 – 2009 από το 45,4% στο 54% του ΑΕΠ.

• Η αύξηση των δαπανών και η μείωση των εσόδων το 2009 σε σχέση με το 2008 ήταν οι μεγαλύτερες, σε ετήσια βάση, των τελευταίων 20 ετών.

• Το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 ξεπέρασε τα 36 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 24 ήταν το πρωτογενές έλλειμμα, και έκλεισε, κατόπιν και των αναθεωρήσεων του 2010, στο 15,7% του ΑΕΠ.

Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός

Η ραγδαία επιδεινούμενη εικόνα των δημόσιων οικονομικών στο πρώτο μισό του 2009 οφειλόταν κυρίως σε τεράστιες υπερβάσεις στις δαπάνες. Στο α΄ τρίμηνο 2009, συγκριτικά με το α΄ τρίμηνο του 2008, αυξήθηκαν κατά 40%, έναντι στόχου 7,75%.  Σύμφωνα με τον κ. Παπαθανασίου, επρόκειτο για συνειδητή επιλογή εμπροσθοβαρούς καταβολής πόρων στην αρχή της χρονιάς, για να αντιστραφούν οι τάσεις επιβράδυνσης που ήδη ήταν αισθητές. Οπως λέει ο πρώην υπουργός, από τις 3 Ιανουαρίου είχε αποδεσμευτεί το 20% της προβλεπόμενης δαπάνης του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για το σύνολο του 2009.

«Ο σκοπός ήταν μετά να κατεβάσουμε τα ρολά» λέει ο κ. Παπαθανασίου, υπονοώντας ότι στο τελευταίο τρίμηνο του έτους –κατά το οποίο τελικά κυβέρνησε το ΠΑΣΟΚ– η οικονομική πολιτική της Ν.Δ. θα ήταν πολύ πιο σφιχτή και οι στόχοι θα επιτυγχάνονταν.

Συνολικά, οι υπερβάσεις πρωτογενών δαπανών των υπουργείων για το 2009 σε σχέση με τις πιστώσεις του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης του Ιανουαρίου ξεπέρασαν τα 3 δισ. ευρώ (οι υπερβάσεις των Ταμείων ήταν άλλα 2,36 δισ.). Το ίδιο το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών δαπάνησε 868 εκατ. περισσότερα από τα προϋπολογισθέντα (μεταξύ των οποίων 294 εκατ. για την Ολυμπιακή βάσει αποφάσεων του διαιτητικού δικαστηρίου). Το υπουργείο Υγείας υπερέβη τις προβλέψεις κατά 639 εκατ. ευρώ.

Από τα 498,2 εκατομμύρια επιπλέον που δαπάνησε το υπουργείο Εσωτερικών, επικεφαλής του οποίου ήταν ο Προκόπης Παυλόπουλος, τα 194,3 εκατ. ήταν για εκλογικές δαπάνες. Μόνο για το εκλογικό επίδομα των ευρωεκλογών η κυβέρνηση δαπάνησε 140 εκατ. ευρώ, τα οποία μοιράστηκαν σε δικαστικούς, δικηγόρους, αστυνομικούς, πυροσβέστες και λιμενικούς, καθώς και όλους ανεξαιρέτως τους εργαζομένους των ΟΤΑ και του υπουργείου Εσωτερικών (ακολούθησε αντίστοιχη, ελαφρώς μειωμένη, δαπάνη για τις εθνικές εκλογές). Ο ΔΣΑ, που επίσης διακρίνεται για τα αντιμνημονιακά του διαπιστευτήρια, έδωσε σκληρό αγώνα για το συγκεκριμένο «κεκτημένο». Χρειάστηκε μάλιστα διάβημα του Γ. Παπαθανασίου στον πρωθυπουργό για να μην το λάβουν και μετακλητοί, πολιτικά διορισμένοι υπάλληλοι. Το συγκεκριμένο υπουργείο επίσης κατέβαλε 213,9 εκατ. περισσότερα από τα προϋπολογισθέντα για την αποπληρωμή χρεών των ΟΤΑ.

Καθώς χάνεται ο έλεγχος των δαπανών, από τον Ιούλιο το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους σταματά να δημοσιεύει –ως οφείλει– τα μηνιαία δελτία εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

Τι συζητούσαν την προεκλογική περίοδο στο ΠΑΣΟΚ, ποιοι ήξεραν, τι και πότε

Φθινόπωρο 2009. Η χώρα βρίσκεται σε προεκλογικό πυρετό. Στη σύντομη προεκλογική περίοδο το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να έχει το προβάδισμα, και τα στελέχη του είναι οι άνθρωποι που σε λίγο πρόκειται να αναλάβουν τα ηνία της χώρας σε μια στιγμή παραπάνω από κρίσιμη για την ελληνική οικονομία. Κάποιος θα υπέθετε ότι στον καθημερινό πρωινό καφέ με τους κοντινότερους συνεργάτες του, ο Γ. Παπανδρέου θα συζητούσε την κατάσταση της οικονομίας ανάμεσα και σε άλλα θέματα. Ενας από τους πιο στενούς ανθρώπους του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης τότε, ο Γιάννης Ραγκούσης, αρχιτέκτονας και της προεκλογικής του καμπάνιας, δεν θυμάται τέτοιες συζητήσεις να λαμβάνουν μέρος στο στρογγυλό τραπέζι του μέλλοντα πρωθυπουργού. «Στο ΠΑΣΟΚ το θέμα της οικονομίας δεν δέσποζε σε καμία περίπτωση».

Ο τότε εκπρόσωπος Τύπου Γιώργος Παπακωνσταντίνου, παρόλο που λίγο αργότερα γίνεται υπουργός Οικονομικών, δεν συμμετέχει ούτε αυτός σε κάποια συζήτηση για χάραξη οικονομικής πολιτικής προεκλογικά. Ο άνθρωπος που είχε την ευθύνη της οικονομικής πολιτικής εκείνη την εποχή είναι ένας, η Λούκα Κατσέλη. Χαρακτηριστικό του οικονομικού προγράμματος, που έχει η ίδια χαράξει, είναι η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική αλλά και η ήπια προσαρμογή. «Πίστευα ότι θα είχαμε μπροστά μας μια τετραετία να εφαρμόσουμε αυτό το πρόγραμμα, και επομένως αυτό σήμαινε μια πολύ πιο ήπια προσαρμογή σε βάθος τετραετίας» λέει η κ. Κατσέλη. Συγχρόνως την εποχή που η ελληνική οικονομία κρέμεται σχεδόν από μία κλωστή, η κ. Κατσέλη δηλώνει ότι θα επανεξεταστούν οι ιδιωτικοποιήσεις του ΟΤΕ και του λιμανιού του Πειραιά που είχαν ξεκινήσει από την κυβέρνηση Καραμανλή. «Για το ΠΑΣΟΚ στρατηγικής σημασίας δημόσιες επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται σε δίκτυα και υποδομές, οφείλουν να παραμείνουν υπό τον έλεγχο του ελληνικού Δημοσίου» δήλωνε η κ. Κατσέλη, θέτοντας σε κίνδυνο ιδιωτικοποιήσεις που συζητούνταν εκείνη τη στιγμή.

Επικίνδυνο έλλειμμα

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιώργος Προβόπουλος, μία ανάσα πριν από τις εκλογές επισκέπτεται και τους δύο πολιτικούς αρχηγούς, φέρνοντας άσχημα νέα. Ο διοικητής μιλάει σε όλους για ένα ήδη μεγάλο και επικίνδυνο έλλειμμα. «Οι αριθμοί της Τραπέζης της Ελλάδος έδειχναν ότι μέχρι και τον Αύγουστο το έλλειμμα σαν ποσοστό του ΑΕΠ ήταν στο 8,5%. Το ’χαν γράψει και οι εφημερίδες, δεν ήταν κάτι κρυφό». Επομένως με μία απλή μέθοδο των τριών κάποιος θα μπορούσε εύκολα να υπολογίσει ότι αν τον Αύγουστο το έλλειμμα είναι στο 8,5%, τον Δεκέμβριο είχε την τάση να σκαρφαλώσει προς το 12,13%, σύμφωνα με τις προβλέψεις του κεντρικού τραπεζίτη της χώρας, προειδοποιώντας με αυτό τον τρόπο και τους δύο αρχηγούς ότι θα πρέπει να λάβουν πολύ αυστηρά μέτρα.

Για τη Λούκα Κατσέλη και συνεπώς για όλο τον στενό κύκλο του Παπανδρέου, η ενημέρωση του Προβόπουλου πριν από τις εκλογές ήταν απολύτως ακριβής και όχι εξωπραγματική, κάτι που θα υπέθετε κανείς αν κρίνει από τη στάση που κρατήθηκε προεκλογικά από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

«Συμπίπταμε απόλυτα, εκείνος μιλούσε για ένα 8% με 10% έλλειμμα και εμείς συγκλίναμε σε αυτά τα νούμερα». Αλλωστε ακόμα και μέσα στην προεκλογική περίοδο η κ. Κατσέλη είχε σπεύσει να απαντήσει στις δηλώσεις του Γ. Παπαθανασίου στο πρακτορείο Bloomberg, που έλεγε ότι το έλλειμμα του 2009 εκτιμάται ήδη στο 6% και τόνιζε ότι η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα λιτότητας γιατί διαφορετικά το έλλειμμα θα ανέβαινε μέχρι και το 8%. Η κ. Κατσέλη είχε τότε δηλώσει ότι η πρόβλεψη του υπουργού δεν διέφερε από τις προβλέψεις του κόμματός της, σύμφωνα με τις οποίες το κρατικό έλλειμμα θα κινηθεί, πράγματι, για το 2009, στο 8% του ΑΕΠ επιβεβαιώνοντας για άλλη μία φορά και τη γνώση της για το μεγάλο έλλειμμα αλλά και την ανάγκη για άμεση υιοθέτηση μέτρων.

Το θέμα του χρέους

Πέρα από το θέμα του ελλείμματος, στο οικονομικό επιτελείο του ΠΑΣΟΚ συζητείται και το θέμα του χρέους. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος θυμάται σήμερα ότι ορισμένες φορές στις συζητήσεις που εκείνος είχε, επικρατούσαν μάλλον απλοϊκές ίσως και επικίνδυνες απόψεις. «Μπορώ να σας μεταφέρω στιχομυθία με διάφορα πολιτικά πρόσωπα, τα οποία δεν θα ήθελα να κατονομάσω, ότι η διαγραφή μέρους του δημόσιου χρέους με αυτό τον τρόπο θα επιβάρυνε τους κατ’ αυτούς ραντιέρηδες διαφυλάσσοντας την ελληνική οικονομία από μέτρα τα οποία βεβαίως θα επιβάρυναν τον κόσμο». Ο Γ. Προβόπουλος τονίζει σε αυτές τις συζητήσεις ότι θα ήταν τραγικό λάθος κάτι τέτοιο γιατί εάν επιχειρηθεί μία διαγραφή δημόσιου χρέους «μιλάμε για πτώχευση της χώρας», λέει χαρακτηριστικά.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2009, η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία στέλνει τους απαραίτητους πίνακες στην Eurostat αλλά για πρώτη φορά οι στήλες του 2008 και 2009 ήταν κενές. Στη θέση τους βρίσκεται συνοδευτική επιστολή, η οποία εξηγούσε ότι τα στοιχεία που έλειπαν θα αποστέλλονταν ώς τις 3 Οκτωβρίου. Πράγματι, δύο μέρες πριν από τις εκλογές, στις 2/10/2009, στέλνεται από την Αθήνα νέα γνωστοποίηση που συμπληρώνει όλες τις στήλες. Το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται στα 14.360 εκατ. ευρώ ή 6% του ΑΕΠ (μετά τις εκλογές, στις 21 Οκτωβρίου, η Ελλάδα στέλνει τρίτη γνωστοποίηση όπου το έλλειμμα ανήλθε σε 30.102 εκατ. ευρώ ή 12,5% του ΑΕΠ).

Με αυτές τις εισηγήσεις και παραινέσεις φτάνει ο Γ. Παπανδρέου στις εκλογές του 2009. Ο άνθρωπος που σύντομα θα έπρεπε να κρατήσει στα χέρια του το τιμόνι της χώρας και να πάρει τις πιο κρίσιμες αποφάσεις στην πιο δύσκολη εποχή για την οικονομία μετά τον πόλεμο. «Σε καμία περίπτωση δεν είχε φτάσει η ακραία εκδοχή του προβλήματος, που στην πραγματικότητα βεβαίως δυστυχώς επιβεβαιώθηκε ότι αυτή ίσχυε» λέει ο Γιάννης Ραγκούσης, αναφερόμενος στο τι συζητούσε και τι ήξεραν οι πιο κοντινοί άνθρωποι του Γ. Παπανδρέου εκείνη την εποχή.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο η τακτική που ακολουθείται είναι ακριβώς η αντίθετη. Το απόγευμα της 5ης Σεπτεμβρίου, ο Κ. Καραμανλής έχει μόλις μιλήσει για την κατάσταση της οικονομίας με πρωτόγνωρη ειλικρίνεια που δεν χαρακτηρίζει πολιτικούς ιδιαίτερα σε προεκλογική περίοδο. Μετά την ομιλία του στην κατάμεστη αίθουσα της  HELEXPO στη ΔΕΘ, το κοινό φεύγει παγωμένο. Τα πιο έμπειρα στελέχη της Ν.Δ. ξέρουν πολύ καλά ότι τα «δύο δύσκολα χρόνια που ακολουθούν» και το πάγωμα μισθών, συντάξεων, προσλήψεων και επιδομάτων, που ακόμα αντηχούν στην αίθουσα από τη δυνατή φωνή του προέδρου τους, δείχνουν την πόρτα εξόδου από την εξουσία.

Και ενώ ο τότε πρωθυπουργός έχει ανοίξει τελείως τα χαρτιά του για την οικονομική κατάσταση της χώρας, ο Γ. Παπανδρέου την ακριβώς επόμενη εβδομάδα στην ίδια ακριβώς αίθουσα θα πει τη φράση που θα μείνει για πάντα στην ιστορία και σίγουρα θα στοιχειώσει τη χώρα για τα χρόνια που ακολουθούν… «Γιατί λεφτά υπάρχουν».

(Στην φωτογραφία : Μόλις μία εβδομάδα μετά τον Κ. Καραμανλή, στην ίδια αίθουσα της HELEXPO στη ΔΕΘ, ο Γιώργος Παπανδρέου θα πει τη φράση που θα μείνει για πάντα στην ιστορία και θα στοιχειώσει τη χώρα για τα χρόνια που ακολουθούν: «Γιατί λεφτά υπάρχουν»)

Το έλλειμμα του 2009, η μεγάλη έκπληξη

Στις 19 Οκτωβρίου 2009, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου ταξιδεύει στο Λουξεμβούργο για να συμμετάσχει στο πρώτο του Eurogroup ως υπουργός Οικονομικών. Λόγω της αλλαγής κυβέρνησης, η Ελλάδα δεν είναι στην ατζέντα, παρότι η προθεσμία για την παρουσίαση δημοσιονομικών μέτρων απέχει μόλις οκτώ ημέρες.

Η συνάντηση, λόγω απεργίας γαλακτοπαραγωγών, λαμβάνει χώρα σε έναν πύργο εκτός της πόλης και ξεκινάει με καθυστέρηση.

Στη συνεδρίαση, ο κ. Παπακωνσταντίνου αναφέρει ότι η κυβέρνησή του είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης μόλις το προηγούμενο βράδυ, εξηγεί τις επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης στη χώρα και μετά φτάνει στο διά ταύτα: ενημερώνει τους ομολόγους του ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελληνικής Δημοκρατίας για το 2009 δεν θα είναι 6% του ΑΕΠ –όπως πρόεβλεπε το σημείωμα που είχε στείλει μόλις 17 ημέρες νωρίτερα στην Κομισιόν η κυβέρνηση Καραμανλή– αλλά 12,5% του ΑΕΠ.

Οπως αναφέρει στην «Κ» ο πρώην υπουργός, έδωσε τρεις εξηγήσεις γι’ αυτή τη μεγάλη απόκλιση. «Είπα ότι ήταν προϊόν του οικονομικού κύκλου –δηλαδή της βαθύτερης του αναμενομένου ύφεσης–, του εκλογικού κύκλου –οι δύο εκλογές σήμαιναν αυξημένες δαπάνες, αλλά και χαλάρωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού– αλλά και ενός φαινομένου μη καταγραφής. Δεν έδωσα λεπτομέρειες».

Τρομοκρατήθηκαν

Η σημασία της ανακοίνωσης δεν γίνεται άμεσα αισθητή. Μετά τον Ελληνα υπουργό μιλάει ο επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων Χοακίν Αλμούνια, ο οποίος αναφέρει ότι ούτως ή άλλως η Eurostat είχε θέσει υπό αμφισβήτηση τα ελληνικά στοιχεία και ότι θα δώσει εντολή για εις βάθος έρευνα της υπόθεσης. Μόνο ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ, σύμφωνα με τον κ. Παπακωνσταντίνου, αναφέρει ότι το εύρος της μη καταγραφής αποτελεί πρόβλημα που ξεφεύγει από τα ελληνικά σύνορα. Ο Τόμας Βίζερ, ο Αυστριακός πρόεδρος του Euro Working Group, που ήταν παρών στη συνεδρίαση, δηλώνει στην «Κ» ότι στο άκουσμα αυτών των αριθμών από το στόμα του καινούργιου Ελληνα υπουργού «οι υπόλοιποι υπουργοί τρομοκρατήθηκαν. Ομως εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε ιδέα ότι οι συνέπειες θα ήταν τόσο συστημικές».

Το ίδιο βράδυ, στη συνέντευξη Τύπου που παραχωρεί, ο πρόεδρος του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ υιοθετεί ένα πιο σκληρό τόνο. «Το παιχνίδι τέλειωσε. Χρειαζόμαστε σοβαρά στατιστικά στοιχεία», τονίζει ο πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου. Την επόμενη μέρα, στο περιθώριο του Ecofin, o κ. Αλμούνια έχει συνομιλία με τον κ. Παπακωνσταντίνου, στον οποίο μεταφέρει την πίεση που νιώθει και ο ίδιος, ως επόπτης των εθνικών στατιστικών του κρατών – μελών.

Η δήλωση Γιουνκέρ προκάλεσε αίσθηση και έστρεψε για πρώτη φορά τα ανακριτικά φώτα της διεθνούς δημοσιότητας πάνω στην Ελλάδα. Από πολλές απόψεις, ήταν η πρώτη σκηνή του σίριαλ τρόμου που θα τιτλοφορείτο «Η ελληνική κρίση». «Δεν θυμάμαι λεπτομερώς τι σκεφτόμουν εκείνη την ημέρα και δεν ήταν η μοναδική ημέρα που ήμουν θυμωμένος», είχε πει για εκείνη τη μέρα ο κ. Γιουνκέρ, μιλώντας στους «Νέους Φακέλους». Ο υποψήφιος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, σήμερα, για την προεδρία της Κομισιόν είχε προσθέσει, εξηγώντας τον αυστηρό του τόνο, πως «δεν ήταν έκπληξη ότι το έλλειμμα ήταν υψηλότερο από όσο γνωρίζαμε, αλλά ήταν δυσθεώρητα υψηλότερο» και «μέχρι τότε πάντα μας δίνονταν στοιχεία που δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα».

«Ολοι φταίνε…»

Πάντως, ο διευθυντής του οικονομικού ινστιτούτου Μπρούγκελ στις Βρυξέλλες Ζαν Πιζανί υποστηρίζει ότι ευθύνες έχουν και οι Ευρωπαίοι: «Ολοι φταίνε γι’ αυτό. Οταν η Eurostat πρότεινε να στείλει αποστολή στην Αθήνα για να κοιτάξει από κοντά τα στοιχεία, η Γαλλία και η Γερμανία αρνήθηκαν, ακριβώς γιατί δεν ήθελαν η Eurostat να αποκτήσει περισσότερη δύναμη που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους στο μέλλον».

Μεταξύ της 20ής Οκτωβρίου του 2009 και του Ιανουαρίου του 2010, η κρίση δεν είχε εκδηλωθεί πλήρως. Στο διάστημα αυτό, παρά τα πολλαπλά σήματα από τις αγορές, η κυβέρνηση Παπανδρέου αδράνησε. Για πολλούς, αυτή η αδράνεια ήταν που οδήγησε τη χώρα στον γκρεμό και στην τρόικα.

Μπορούσε όμως η νέα κυβέρνηση πραγματικά να αποτρέψει τον αποκλεισμό της Ελλάδας από τις διεθνείς αγορές, ακόμα κι αν επέβαλλε άμεσα δραστικά μέτρα λιτότητας; Και γιατί καθυστέρησε τόσο πολύ να δράσει; Για να απαντηθούν τα ερωτήματα, πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή της θητείας της τελευταίας μονοκομματικής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Οταν δύο υπουργοί θέλουν γραφείο με θέα στην πλατεία…

Το βράδυ της Κυριακής 4ης Οκτωβρίου 2009, ο Γιώργος Παπανδρέου φτάνει στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ στην Ιπποκράτους. Το μαζεμένο πλήθος τον υποδέχεται με σημαίες, κόρνες και καπνογόνα. Εχει μόλις κερδίσει πανηγυρικά με 43,9% των ψήφων, 10 μονάδες μπροστά από τη Νέα Δημοκρατία. Τα ένα πράγμα που σίγουρα ξέρει όσον αφορά την οικονομία είναι ότι το έλλειμμα έχει τάση να φτάσει σε διψήφιο νούμερο στο τέλος της χρονιάς – όπως τον έχει ενημερώσει προεκλογικά ο κεντρικός τραπεζίτης της χώρας Γ. Προβόπουλος. Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές, μιλώντας σε στενό κύκλο, έλεγε ότι «η καλύτερη λύση, όπως μου λένε και διάσημοι Αμερικανοί οικονομολόγοι, θα ήταν να σβήσουμε μονομερώς το χρέος μας. Αλλά αυτά δεν γίνονται βέβαια».

Τρεις μέρες αργότερα, στο κτίριο του πιο σημαντικού υπουργείου εκείνη τη συγκυρία, έχει ξεσπάσει αντιπαράθεση μεταξύ Γ. Παπακωνσταντίνου και Λούκας Κατσέλη για το ποιος θα έχει το καλύτερο γραφείο με θέα στο Σύνταγμα. Είναι ακόμη ασαφές ποιος θα έχει το πάνω χέρι στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Ενώ ο κ. Παπακωνσταντίνου ενημερώνει ότι η παράδοση θα γίνει σε αυτόν, την ίδια στιγμή, οι άνθρωποι της κ. Κατσέλη, όπως θυμάται ο απερχόμενος υπουργός Γ. Παπαθανασίου, έχουν μπει στο υπουργικό γραφείο με σκοπό να εγκατασταθούν. Τελικά και οι δύο υπουργοί αποκτούν γραφείο με θέα στην πλατεία. Είναι μία σολομώντειος λύση, που είναι εμβληματική της διάστασης απόψεων στην οικονομική πολιτική που θα ταλανίσει την κυβέρνηση τους ερχόμενους μήνες.

Την επόμενη μέρα ο κ. Παπακωνσταντίνου, μαζί με τον υφυπουργό του, Φίλιππο Σαχινίδη, ξεκινούν καθημερινές οκτάωρες συναντήσεις με τα στελέχη του υπουργείου για να απαντήσουν το πλέον βασικό ερώτημα: Ποιος ξοδεύει τι στο ελληνικό Δημόσιο. Στη μεγάλη αίθουσα συσκέψεων, όπου δεσπόζουν οι φωτογραφίες όλων των προκατόχων του, ο νέος υπουργός ανακαλύπτει καθημερινά δυσάρεστες εκπλήξεις και παραλείψεις. Κάθε απόγευμα κάνει την ίδια ερώτηση: «Αυτά είναι παιδιά;» –εννοώντας αν έχουν αναφερθεί όλες οι τρύπες– και κάθε φορά σηκώνεται ένα χέρι: «Ξέρετε, υπάρχει αυτό το κενό 100 – 200 εκατ.», που δεν εγγράφονται ή υπο-εκτιμώνται, «μία άσπρη τρύπα στα ασφαλιστικά ταμεία, που ανεβοκατεβαίνει κατά το δοκούν, ύποπτοι δείκτες μεταβλητότητας», «700 εκατ. στο ταμείο ασφαλισμένων της ΔΕΗ (εγγράφονταν μόνο στον λογαριασμό αποκρατικοποιήσεων, όχι στον προϋπολογισμό)»… «Κάθε μέρα που περνούσε έβγαιναν σκελετοί από το ντουλάπι», θυμάται ο τότε υπουργός.

«Καμπανάκι»

Στις 9 Οκτωβρίου, τρεις μέρες μετά μία πρώτη συνάντηση, παρόντος του πρωθυπουργού και της κ. Κατσέλη, στην οποία ο κ. Προβόπουλος αποκαλύπτει ότι το ταμειακό έλλειμμα του εννεαμήνου είναι ήδη διψήφιο, ο κ. Παπακωνσταντίνου συναντάται ξανά με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Αμέσως μετά τη νέα αυτή συνάντηση, στην οποία συμμετέχει και ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Φίλιππος Σαχινίδης, o κ. Προβόπουλος, κατόπιν συνεννόησης, προβαίνει στη γνωστή δήλωση ότι «με τη δυναμική που έχει αναπτύξει», το έλλειμμα «θα φτάσει, εάν δεν ξεπεράσει, το 12% του ΑΕΠ». Ο λόγος της δήλωσης, σημειώνει στην «Κ» ο κ. Προβόπουλος, «ήταν για να ηχήσει ένα “καμπανάκι” στην κυβέρνηση και να το αξιοποιήσει έτσι ώστε να απεμπλακεί από τις προεκλογικές της δεσμεύσεις. Κάτι που, δυστυχώς, δεν έγινε», συμπληρώνει.

Ετσι, το «καμπανάκι» και o δημοσιονομικός εκτροχιασμός επί Ν.Δ., αντί να γίνουν o άξονας της στροφής προς ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εξυγίανσης των δημοσίων οικονομικών, εντάσσονται σε μία παραδοσιακή στρατηγική μεγιστοποίησης της ευθύνης της προηγούμενης κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών υποτιμούν την υπονόμευση της ευρωπαϊκής εμπιστοσύνης προς τις ελληνικές αρχές που είχε προκαλέσει η απογραφή του 2004. Η εμπιστοσύνη αυτή, με τις δικές τους αποκαλύψεις, καταρρέει ολοσχερώς.

Πολιτική αντιδικία για το διψήφιο νούμερο

Εκείνη την περίοδο από την πλευρά της Ν.Δ. αναφερόταν ότι το έλλειμμα φούσκωσε προκειμένου να είναι πιο εύκολο για το ΠΑΣΟΚ να πάρει κάποια μέτρα και συγχρόνως να ρίξει το φταίξιμο στην κυβέρνηση Καραμανλή. Για τον Παπακωνσταντίνου αυτό δεν ισχύει. «Θα ήτανε αυτοπυροβολισμός» λέει. «Θα μπορούσαμε να κάνουμε και μία πολιτική λίγο πιο χαλαρή αν θέλετε, με ένα έλλειμμα 10%». Για τον προκάτοχό του Γ. Παπαθανασίου ήταν πολιτική απόφαση «να τα φορτώσεις όλα σε μια χρονιά για να ξεκινήσεις καλύτερα την επόμενη ώστε να μη χρειάζεται να κάνεις κάτι για να μειωθεί το έλλειμμα».

Οι τελευταίες εβδομάδες του Δημήτρη Τζαννίνη ως προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, μέχρι την αντικατάστασή του στις 26 Οκτωβρίου από τον Γιώργο Ζανιά, ήταν ιδιαίτερα δυσάρεστες. Οπως εξιστορεί στην «Κ», την πρώτη εβδομάδα της νέας κυβέρνησης υπεβλήθη σε «ανάκριση» από τον Γ. Παπακωνσταντίνου και τον Φ. Σαχινίδη και στη συνέχεια αντιμετωπιζόταν με διαρκή καχυποψία. Στην πρώτη του συνάντηση με τη νέα πολιτική ηγεσία, όπως λέει, τον ρωτούσαν περισσότερο για το έλλειμμα του 2008 (το οποίο είχε προ ημερών αναθεωρηθεί «ελαφρώς» προς τα πάνω) παρά για την τρέχουσα χρονιά. «Προσπάθησα να τους πω ότι δεν είναι αυτό το κρίσιμο θέμα και ότι αν δεν ανακοινώσουν τα μέτρα που ανέμενε η Κομισιόν ώς τις 27 Οκτωβρίου, θα μπαίναμε σε καθεστώς σκληρής επιτήρησης. Η απάντηση του υπουργού ήταν ότι ίσως αυτό συμφέρει».

Σύμφωνα με τον κ. Τζαννίνη, ο κ. Παπακωνσταντίνου διακατεχόταν από υπερβολική εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τη διαχείριση των Ευρωπαίων εταίρων, αλλά και των αγορών. Η Ντόρα Μπακογιάννη παρατηρεί ότι η πρώτη εμφάνιση του νέου υπουργού στο Eurogroup ήταν «σαν να μιλά για το εκτελεστικό γραφείο του ΠΑΣΟΚ». «Είπε ότι η Ν.Δ. έδινε ψεύτικα στοιχεία, αλλά παρ’ όλα αυτά θα τηρήσουμε όσα έχουμε υποσχεθεί και θα δώσουμε λεφτά», σημειώνει η πρώην υπουργός Εξωτερικών.

Σύμφωνα με μία μαρτυρία, ο κ. Παπακωνσταντίνου χαρακτήρισε «πολιτική απόφαση» την ανακοίνωση διψήφιου ελλείμματος για το 2009. Οταν ο συγκεκριμένος συνομιλητής επιχείρησε να τον αποτρέψει, λέγοντας ότι η αντίδραση των αγορών θα ήταν τιμωρητική, ο υπουργός δεν έδειξε να πτοείται. Σε νέα επικοινωνία τους κάποιες εβδομάδες αργότερα, αφού είχε γίνει η ανακοίνωση των νέων στοιχείων στο Eurogroup, o κ. Παπακωνσταντίνου ανέφερε τη μη αύξηση των spreads ως απόδειξη ότι είχε δίκιο να μην ανησυχεί. Ο κ. Παπακωνσταντίνου απαντά ότι αν χρησιμοποίησε τη φράση «πολιτική απόφαση», αναφερόταν στη βούληση μη περαιτέρω απόκρυψης της στατιστικής πραγματικότητας.

Η πρόβλεψη και τα στοιχεία

Ο Μανώλης Κοντοπυράκης, τελευταίος επικεφαλής της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, έχει καταγγείλει ότι ο κ. Παπακωνσταντίνου τον υποχρέωσε δύο φορές να αλλάξει το έλλειμμα του 2009, καθώς εξέταζε διαφορετικά σενάρια για το τι θα στείλει στην Ευρώπη ως πρόβλεψη για το έτος (η πρόβλεψη ήταν τότε ευθύνη του υπουργού). Ο κ. Παπακωνσταντίνου θυμάται ότι τότε είχε καλέσει τον Μ. Κοντοπυράκη στο γραφείο του και τον είχε ρωτήσει: «Πώς είναι δυνατόν να έχει στείλει η χώρα έλλειμμα 6% πρόβλεψη του χρόνου όταν τα ταμειακά στοιχεία δείχνουνε ότι είμαστε ήδη στο 10%;». Σε κάθε περίπτωση, αρνείται κατηγορηματικά ότι του ζήτησε να αλλάξει οτιδήποτε.

Παρότι οι πιο τραβηγμένες θεωρίες περί «φουσκώματος» του ελλείμματος του 2009 από τη νέα κυβέρνηση δεν ευσταθούν –το έργο, άλλωστε της νέας, ανεξάρτητης Ελληνικής Στατιστικής Αρχής εγκρίθηκε χωρίς τους παραδοσιακούς αστερίσκους από τη Eurostat– η μομφή της χαλαρής διαχείρισης τους τελευταίους τρεις μήνες του 2009 έχει μία βάση. Για παράδειγμα, το ΠΑΣΟΚ κατήργησε την τακτοποίηση των ημιυπαίθριων (ο κ. Παπακωνσταντίνου εξηγεί την απόφαση αναφέροντας τα πενιχρά έσοδα, αλλά ήταν πενιχρά γιατί το κόμμα του έχει δεσμευθεί προεκλογικά να καταργήσει το μέτρο), ενώ δεν εισέπραξε το ΕΤΑΚ του 2009. Ακόμα και η έκτακτη εισφορά στις κερδοφόρες επιχειρήσεις, που απέφερε ένα δισ. ευρώ για το 2009, επιχειρήθηκε να καταμετρηθεί το 2010.

Χωρισμένη σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ

Η ανακοίνωση του εξωφρενικού ελλείμματος και οι εξαγγελίες του νέου υπουργού Οικονομικών για ένα νέο ξεκίνημα δημιουργούν προσδοκίες στις διεθνείς αγορές ότι η Ελλάδα επιτέλους προτίθεται να αναλάβει δράση. Τα spreads παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Ο Γιώργος Παπανδρέου ταξιδεύει στις Βρυξέλλες στα τέλη Οκτωβρίου και γίνεται δεκτός θετικά από τους ομολόγους του, οι οποίοι στηρίζουν την πρόθεσή του να καταπιαστεί με τα βαθύτερα αίτια του ελληνικού προβλήματος, όχι μόνο με το άμεσο, οξύ δημοσιονομικό σύμπτωμα. Ο μόνος που τονίζει την ανάγκη άμεσης μείωσης μισθών και συντάξεων είναι ο επικεφαλής της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ.

Εξαιτίας της περιορισμένης αντίδρασης, τα περισσότερα μέλη του υπουργικού συμβουλίου δεν αντιλαμβάνονται το κρίσιμο των περιστάσεων και ότι δεν θα μπορέσουν να υλοποιήσουν αυτά που υπόσχονταν λίγες μόλις μέρες πριν σε μπαλκόνια, τηλεοπτικά παράθυρα και ομιλίες. Ακόμα και το πάγωμα μισθών πάνω από 2.000 ευρώ στο Δημόσιο θα σταθεί αφορμή για έντονες συζητήσεις για το αν αφορά μεικτές ή καθαρές αποδοχές.

Είναι σαφές από νωρίς ότι η κυβέρνηση είναι διχασμένη. Του ενός στρατοπέδου –πλειοψηφικού τόσο στο υπουργικό συμβούλιο όσο και στο κόμμα– ηγείται η βασική προεκλογική οικονομική σύμβουλος του Γιώργου Παπανδρέου και υπουργός Οικονομίας, Λούκα Κατσέλη. Υπέρμαχος της ήπιας προσαρμογής, στηρίζει την άποψη ότι πρέπει οι προεκλογικές δεσμεύσεις να τηρηθούν. Στην αντίπερα όχθη, ο υπουργός και ο υφυπουργός Οικονομικών, που γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον την οικονομική κατάσταση της χώρας και δέχονται τα μηνύματα από την Ευρώπη και τις αγορές, πιέζουν για ταχύτερη δημοσιονομική προσαρμογή. Το οικονομικό γραφείο του πρωθυπουργού, με επικεφαλής τον Ηρακλή Πολεμαρχάκη, είναι σαφώς υπέρ της δεύτερης γραμμής, αλλά του λείπει η πολιτική πυγμή. Ο κ. Παπανδρέου παραμένει διχασμένος.

«Είχαμε στην πραγματικότητα χωριστεί σε δύο στρατόπεδα από την πρώτη κιόλας στιγμή», λέει ο τότε υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Ραγκούσης. Οι πρώτες αντιδράσεις για την έμφαση στη δημοσιονομική προσαρμογή, που προτείνουν Παπακωνσταντίνου και Σαχινίδης, είναι ξαφνιάσματος, έκπληξης, δυσπιστίας. Το υπουργικό συμβούλιο αποφασίζει ότι είναι σημαντικό να μην καταστεί αναξιόπιστη η κυβέρνηση από την πρώτη κιόλας μέρα, αλλά και ο πρωθυπουργός προσωπικά: «Δηλαδή άλλα να έχει πει πριν από λίγες εβδομάδες, άλλα να κάνει τις αμέσως επόμενες», λέει ο τότε υπουργός Εσωτερικών. Ο Χρ. Παπουτσής αντιτάσσεται σθεναρά σε οποιαδήποτε περικοπή επιδομάτων και «ελάχιστοι είναι αυτοί που τότε καταλαβαίνουν ότι αν αναγκάζονταν να πάρουν μέτρα αργότερα, η αξιοπιστία θα χανόταν με πολύ χειρότερο τρόπο καθώς πια θα ήταν αποτέλεσμα αποτυχίας της δικής τους πολιτικής και δεν θα λαμβανόταν ως αποτέλεσμα κακής διαχείρισης της προηγούμενης κυβέρνησης», λέει ο κ. Ραγκούσης.

Η κ. Κατσέλη εμμένει και σήμερα ότι οι περικοπές μισθών και συντάξεων ήταν η λάθος επιλογή. Οπως δηλώνει στην «Κ», υπήρχε άλλος δρόμος: «Μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, από την οποία εξοικονομήσαμε ένα δισ. ευρώ το 2010, αυστηρός ηλεκτρονικός έλεγχος των προμηθειών γενικότερα, εξυγίανση των οικονομικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Και πλήρης αναδιοργάνωση της φορολογικής διοίκησης και διεύρυνση της φορολογικής βάσης».

«Δεν τολμούσαμε»

Ωστόσο, όπως δηλώνει στην «Κ» ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παπανδρέου, Θεόδωρος Πάγκαλος, που συμμετείχε την περίοδο εκείνη σε μία ολιγομελή ομάδα εργασίας με τον πρωθυπουργό και το οικονομικό επιτελείο, δεν νοούνται πραγματικές περικοπές χωρίς να αγγιχθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, που είναι το «σημαντικότερο μέρος» της κρατικής δαπάνης. Προεκλογικά «δεν τολμούσαμε να μιλήσουμε για πάγωμα», παραδέχεται σήμερα ο κ. Πάγκαλος, σημειώνοντας ότι «αν το λέγαμε μαζί με τον Καραμανλή, ίσως να προϊδέαζε τον κόσμο». Την εμμονή, ακόμα και μετεκλογικά, στην περιστολή μόνο της μη μισθολογικής «σπατάλης» και στην πάταξη της φοροδιαφυγής, ο κ. Πάγκαλος την αποδίδει στην επιρροή της Αριστεράς στις τάξεις του ΠΑΣΟΚ, «που έχει καταστρέψει αυτόν τον τόπο». «Η παράδοση της Αριστεράς λέει ότι θα πλήξουμε τη φοροδιαφυγή, τους έχοντες και τους κατέχοντες. Τους έχοντες όμως είναι δύσκολο να τους πλήξεις και παίρνει πολύ χρόνο».

Το τελικό σχέδιο του προϋπολογισμού (20 Νοεμβρίου) προβλέπει μείωση του ελλείμματος του 2010 από 12,5% σε 9,5% του ΑΕΠ. Μέρος της προσαρμογής οφείλεται στη μη επανάληψη εφάπαξ δαπανών (προς την Ολυμπιακή Αεροπορία, για τις εκλογές και –κυρίως– για χρέη νοσοκομείων). Παράλληλα, η κυβέρνηση μένει πιστή στις προεκλογικές δεσμεύσεις για αύξηση δαπανών 2,5 δισ. ευρώ (επίδομα αλληλεγγύης, δαπάνες Παιδείας), ενώ αυξάνονται και οι αγροτικές συντάξεις. Η εισοδηματική πολιτική προβλέπει αυξήσεις 1,5%, αλλά και περιορισμό υπερωριών και επιτροπών. Το συνολικό κονδύλι για τους μισθούς στο Δημόσιο είναι αυξημένο κατά 2,6% σε σχέση με το 2009 (στο προσχέδιο η αύξηση ήταν 3,5%).

Ο κ. Παπακωνσταντίνου αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξει συμπληρωματικός προϋπολογισμός. Την ίδια μέρα, ωστόσο, ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι η κυβέρνηση «υλοποιεί τις προεκλογικές της δεσμεύσεις».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αμέσως μετά την κατάθεση του προϋπολογισμού εκφράζει επιφυλάξεις για τα μέτρα που περιέχει. Η μείωση του ελλείμματος με αύξηση φορολογικών εσόδων και ελάχιστη μείωση των δαπανών είναι κάτι που δεν αρέσει στους Ευρωπαίους. Συγχρόνως ο Χ. Αλμούνια αφήνει να εννοηθεί ότι προτείνει να παρθούν πρόσθετα μέτρα για τον προϋπολογισμό.

(Στην φωτογραφία : Ο υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου με τον πρόεδρο του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ σε συνεδρίαση του Eurogroup, στις Βρυξέλλες, την 1η Δεκεμβρίου)

Οι υποβαθμίσεις και οι σύμβουλοι του Παπανδρέου

Ο Δεκέμβριος 2009 είναι ο μήνας των υποβαθμίσεων, αλλά και της κορύφωσης της σύγκρουσης στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Στις 25 Νοεμβρίου, η Dubai World, το επενδυτικό άρμα του εμιράτου του Ντουμπάι, προκαλεί ευρεία αναταραχή στις αγορές ανακοινώνοντας την παράταση των λήξεων των χρεογράφων της για έξι μήνες.

Σε αυτό το κλίμα, στις 8 Δεκεμβρίου, η Fitch προχωρά στη δεύτερη υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας σε λιγότερο από 50 ημέρες και τη βυθίζει κάτω από το κλιμάκιο Α για πρώτη φορά μετά 10 χρόνια. Την ημέρα εκείνη, ο Γενικός Δείκτης του Χ.Α. χάνει 6,04% της αξίας του.

Τα ηχηρότατα αυτά μηνύματα, ωστόσο, δεν λαμβάνονται υπόψη. Ο Λορένζο Μπίνι Σμάγκι, μέλος τότε της εξαμελούς εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μιλά στην «Κ» για «απόλυτη υποτίμηση» του επείγοντος της κατάστασης από την κυβέρνηση Παπανδρέου. «Νόμιζαν ότι θα είχαν περισσότερο χρόνο για την προσαρμογή, γιατί αρχικά οι αγορές δεν ασκούσαν έντονες πιέσεις». Το πρώτο σχέδιο νόμου που φέρνει η κυβέρνηση στη Βουλή την 1η Δεκεμβρίου αφορά το επίδομα αλληλεγγύης, δημοσιονομικού κόστους ενός δισ. ευρώ (τελικά θα καταβληθούν μόνο τα 500 εκατ.). Στις 11 του μηνός, σε συνέντευξη Τύπου μετά τη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες, ο Γ. Παπανδρέου αρνείται ευθέως την ανάγκη για πάγωμα αποδοχών και επιμένει ότι η χώρα «δεν βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού». Παράλληλα, ο ίδιος και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ αποδίδουν τις δυσκολίες της Ελλάδας στην αναξιοπιστία των οίκων αξιολόγησης και στους κερδοσκόπους.

Λίγο πριν από την παρουσίαση του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησης στο Ζάππειο στις 14 Δεκεμβρίου, ο στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού και υπουργός Επικρατείας Χάρης Παμπούκης καλεί τον κ. Γιώργο Παπακωνσταντίνου και την κ. Λούκα Κατσέλη στο πρωθυπουργικό γραφείο. Είναι η ώρα που ο κ. Παπανδρέου θα αποφασίσει ποια θα είναι η οικονομική πολιτική που θα ακολουθήσει η κυβέρνηση. Η κ. Κατσέλη υποστηρίζει στη σύσκεψη αυτό που πιστεύει ακόμα και σήμερα: ότι οι μειώσεις μισθών και συντάξεων θα έχουν επιπτώσεις στην αγοραστική δύναμη νοικοκυριών και πρέπει να αποφευχθούν. Ο υπουργός Οικονομικών επιμένει στην ανάγκη περικοπών. Στο Ζάππειο φωτογράφοι, λουλούδια και φώτα είναι στημένα στο περιστύλιο θυμίζοντας περισσότερο προεκλογική συγκέντρωση παρά εξαγγελία οικονομικής πολιτικής σε μια χώρα σε κρίση.

Ανοιχτά και δημόσια ο πρωθυπουργός παίρνει σαφή θέση. Η λογική της ήπιας προσαρμογής έχει για μια ακόμη φορά επικρατήσει. Οι προεκλογικές υποσχέσεις θα τηρηθούν και το μείγμα δεν πρόκειται να αλλάξει. Ο κ. Παπανδρέου παρουσιάζει το όραμά του για την ανασύνταξη της χώρας, πιστός στη λογική αντιμετώπισης του ελληνικού προβλήματος στις ρίζες του. Είναι σαν να σχεδιάζει τη ριζική ανακαίνιση του σπιτιού του ενώ αυτό καίγεται. Επαναλαμβάνει ότι, παρότι «είναι εύκολο να μειώσουμε μισθούς και συντάξεις για να ικανοποιήσουμε προσωρινώς τις αντιλήψεις της διεθνούς οικονομικής ελίτ […] δεν είναι εκεί το μεγάλο μας πρόβλημα».

Την ομιλία, όμως, την ακούν και στο εξωτερικό. Ο Γερμανός οικονομολόγος Ντάνιελ Γκρος θυμάται ότι «όταν άκουσα για πακέτα τόνωσης της οικονομίας και έμαθα ποιος συμβούλευε τον Παπανδρέου, σκέφτηκα αυτό δεν θα πάει καλά. Για μια χώρα με ισχυρό εμπορικό ισοζύγιο ή για την Αμερική που μπορεί να τυπώσει δολάρια, τα πακέτα τόνωσης είναι καλή ιδέα. Για μια χώρα με μεγάλο χρέος, μεγάλο εμπορικό έλλειμμα, μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, με μεγάλα πακέτα στήριξης, είναι το τελευταίο που πρέπει να κάνει κανείς». Οντως εκείνη την εποχή οι σύμβουλοι στο Μαξίμου για την οικονομική πολιτική είναι από την άλλη όχθη του Ατλαντικού με περιορισμένη γνώση του ευρώ και πολύ λιγότερη της ελληνικής πραγματικότητας.

Νέες υποβαθμίσεις

Δύο ημέρες μετά το Ζάππειο, στις 16 Δεκεμβρίου, η S&P ρίχνει το αξιόχρεο της Ελλάδας σε κατηγορία Β, προϊδεάζοντας και για νέες υποβαθμίσεις. Η ανησυχία σε ελληνικούς τραπεζικούς κύκλους αρχίζει και κορυφώνεται: η ΕΚΤ αναμένεται μέσα στο 2010 να αυξήσει το κατώφλι της αξιολόγησης των ομολόγων που δέχεται ως ενέχυρα για να δανείζει σε πιστωτικά ιδρύματα στην Ευρωζώνη, από ΒΒB- σε ΑΑΑ-. Με τη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται μετά τις υποβαθμίσεις, αυτό συνεπάγεται ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα ελληνικά ομόλογα στα χαρτοφυλάκιά τους για να δανειστούν από τη Φρανκφούρτη.

Τα spreads έχουν ξεκινήσει την ανηφόρα τους προς τα Ιμαλάια της χρεοκοπίας: από 169 μονάδες βάσης πριν από την ανακοίνωση της Dubai World, ξεπερνούν στις 17 Δεκεμβρίου τις 250 μ.β., πλησιάζοντας τα επίπεδα στα οποία είχαν φτάσει στις αρχές του έτους. Στις συνθήκες αυτές, η τρίτη υποβάθμιση –από τη Moody’s, στις 22 του μηνός– έρχεται σχεδόν σαν ανακούφιση: ο μεγαλύτερος των τριών οίκων αξιολόγησης μειώνει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας κατά μόνο μία βαθμίδα και τη διατηρεί στην κατηγορία Α.

Η ιδέα της «ιδιωτικής τοποθέτησης»

Οι δανειακές ανάγκες της Ελλάδας –αν πετύχαινε τους δημοσιονομικούς στόχους του προϋπολογισμού– κυμαίνονταν γύρω στα 54 δισ. ευρώ το 2010. Στις αρχές Ιανουαρίου, είχε ήδη αρχίσει να φαίνεται σκοτεινό και ανυπέρβλητο στον ορίζοντα το εμπόδιο της 19ης Μαΐου, όταν θα έληγε ομόλογο αξίας 8,5 δισ. ευρώ.

Στις αρχές Νοεμβρίου του 2009, δύο εβδομάδες μετά τις αποκαλύψεις του Eurogroup, η κυβέρνηση είχε αντλήσει 7 δισ. με την έκδοση 15ετούς ομολόγου, η απόδοση του οποίου ήταν 5,38% ― μόλις 147 μ. β. υψηλότερο από το αντίστοιχο γερμανικό. Στις ερχόμενες εβδομάδες, ωστόσο, καθώς η πίεση από τις αγορές σταθερά αυξανόταν, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης άρχισε να σκέφτεται εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης.

Τον Νοέμβριο, κορυφαία στελέχη της γνωστής νεοϋορκέζικης επενδυτικής τράπεζας Goldman Sachs, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος του Δ.Σ. Γκάρι Κον, συναντιούνται με τον κ. Παπανδρέου στο ξενοδοχείο «Πεντελικόν» της Κηφισιάς. Ο πρωθυπουργός συναντάται επίσης με τον Πίτερ Σάδερλαντ, πρώην Ευρωπαίο επίτροπο και πρόεδρο Δ.Σ. της βρετανικής θυγατρικής της Goldman. Ο κ. Παπανδρέου συζητά με τους τραπεζίτες την ιδέα των πράσινων ευρωομολόγων, για έργα αειφόρου ανάπτυξης. Τα στελέχη της Goldman προτείνουν οκτώ ιδέες για χρηματοοικονομική διαχείριση του χρέους (όπως διαφόρων ειδών τιτλοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων) που δεν εγκρίνονται, εν μέρει λόγω φόβων ότι θα εκληφθούν ως νέες μορφές δημιουργικής λογιστικής.

Σύμφωνα με διασταυρωμένες πηγές, η Goldman Sachs σε αυτή τη φάση προτείνει να γίνει μία «ιδιωτική τοποθέτηση» (private placement), αντί απευθείας εξόδου στις αγορές. Η τράπεζα θα αναλάμβανε τη συγκέντρωση ενός ποσού από 5-6 μεγάλα funds για το δανεισμό της Ελλάδας. Το σχέδιο ήταν η επιτυχής ολοκλήρωση του private placement να αναθερμάνει το κλίμα στις αγορές για τη χώρα μας, ώστε στη δημόσια προσφορά που θα ακολουθούσε να υπάρξει μεγάλη ζήτηση και μειωμένο επιτόκιο.

Το εγχείρημα δεν προχωρά. Σύμφωνα με μία εκδοχή, η κυβέρνηση το είχε αποδεχθεί και τα funds που θα συμμετείχαν είχαν βρεθεί. Η είδηση ότι θα γινόταν η ιδιωτική τοποθέτηση όμως διέρρευσε και άλλες επενδυτικές τράπεζες προσπάθησαν να οργανώσουν μία αντίστοιχη συναλλαγή. Κάποιες προσέγγισαν τα ίδια funds που είχε προσεγγίσει η Goldman, στέλνοντας ακούσια το μήνυμα ότι η Αθήνα ψάχνει απελπισμένα κεφάλαια και έχει αμολήσει ολόκληρη τη Wall Street σε ένα παγκόσμιο κυνήγι δανειστών. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, ήταν κάποια funds να αποσυρθούν από το αρχικό deal και να αρχίσουν να σορτάρουν την Ελλάδα.

Ο κ. Παπακωνσταντίνου, που έχει δηλώσει στους «Νέους Φακέλους» ότι είχε περάσει από το γραφείο του «κάθε επενδυτική τράπεζα του κόσμου», θυμάται διαφορετικά τα πράγματα. «Ποτέ δεν ήλθε στο τραπέζι κάτι συγκεκριμένο», ισχυρίζεται, ενώ τονίζει ότι και η στάση του ΟΔΔΗΧ ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτική. «Μας έλεγαν ότι μία ιδιωτική τοποθέτηση θα έστελνε το μήνυμα ότι φοβόμαστε να βγούμε στις αγορές».

Η εισήγηση Παπανικολάου

Γενικός διευθυντής του ΟΔΔΗΧ ήταν τότε ακόμα ο Σπύρος Παπανικολάου. Ο κ. Παπανικολάου, υπεύθυνος εξωτερικού δανεισμού στην Τράπεζα της Ελλάδος κατά τη δεκαετία του ’80 και του ’90, ήταν στο τιμόνι του ΟΔΔΗΧ από το 2005. Η θητεία έως τις αρχές του 2009 ήταν ανέφελη. Αλλά και τα αυξημένα spreads της ύστερης περιόδου Καραμανλή δεν ήταν τίποτα μπροστά στην καταιγίδα του χειμώνα του 2009-10. «Η δική μου εισήγηση ήταν να βγούμε στις αγορές αμέσως μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, όπως συνηθιζόταν» δηλώνει ο κ. Παπανικολάου. «Δεν εισακούστηκα, γιατί κάποιοι είχαν πείσει το υπουργείο ότι θα τους βρουν 20 δισ. μέσω ιδιωτικής τοποθέτησης» αφηγείται.

Μετά την ακύρωση της ιδιωτικής τοποθέτησης, το υπουργείο προχωρά σε κοινοπρακτική έκδοση πενταετών ομολόγων στις 25 Ιανουαρίου, με την Goldman Sachs ως έναν από τους βασικούς διαχειριστές. Ο αρχικός στόχος ήταν η άντληση 5 δισ. ευρώ. Τελικά, με προσφορές ύψους 25 δισ., η κυβέρνηση δανείζεται 8 δισ. ευρώ. Το επιτόκιο –6,2%– είναι το υψηλότερο από την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ.

Κάποιοι έχουν σταθεί στους αριθμούς αυτούς, σημειώνοντας ότι αν η κυβέρνηση είχε αντλήσει όλο το ποσό –25 δισ. ευρώ– θα είχε ένα μαξιλάρι που θα της είχε επιτρέψει να καλύψει τις λήξεις του Απριλίου και του Μαΐου και θα της είχε δώσει πίστωση χρόνου για να λάβει τα απαραίτητα μέτρα. Επιπλέον, γνώστες της αγοράς αναφέρουν ότι η άντληση των 25 δισ. θα βραχυκύκλωνε τα σχέδια επενδυτικών κεφαλαίων που «σόρταραν» την Ελλάδα και που ήλπιζαν να κλείσουν τις θέσεις των ανοιχτών τους πωλήσεων αγοράζοντας πολύ φθηνά το Μάιο. Ο κ. Παπανικολάου, ωστόσο, εξηγεί ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό: «Και τα 8 δισ. που πήραμε πολλά ήταν. Δεν υπήρχαν 25, δεν είναι πραγματική ζήτηση».

Σε κάθε περίπτωση, η εβδομάδα εκείνη που ξεκίνησε με την κοινοπρακτική έκδοση, θα αποτελούσε σημείο καμπής για την Ελλάδα, μετά το οποίο θα ξεκινούσε η αντίστροφη μέτρηση προς το Μνημόνιο. Κάπου μεταξύ Πεκίνου, Νταβός και Λονδίνου, τις ημέρες εκείνες θα χανόταν οριστικά το παιχνίδι…

Οι πρώτες επαφές με το ΔΝΤ και η εμφάνιση του Πόουλ Τόμσεν

Οι επαφές της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχουν ξεκινήσει ήδη από τον Νοέμβριο του 2009. Η κυβέρνηση έχει ζητήσει τεχνική βοήθεια σε θέματα διαχείρισης δημόσιων οικονομικών και φορολογικής διοίκησης. Ως σοσιαλιστής, αλλά και φιλέλληνας με στενούς δεσμούς με την Ελλάδα, ο κ. Ντομινίκ Στρος-Καν ήταν κάποιος με τον οποίο ο κ. Γιώργος Παπανδρέου μπορούσε να συνεννοηθεί. Επιπλέον, όπως θυμάται ο κ. Γ. Παπακωνσταντίνου, «παρότι θέλαμε να το αποφύγουμε, είχαμε αντιληφθεί από νωρίς το ενδεχόμενο να χρειαστούμε διάσωση».

Ο κ. Θάνος Βαμβακίδης, στέλεχος του ΔΝΤ από το 1997 έως τον Νοέμβριο του 2010, ήταν από το 2008-2010 μέλος του τμήματος Εγκαιρης Προειδοποίησης, που ανέλυε την πιθανότητα να ξεσπάσουν κρίσεις σε διάφορες χώρες ανά τον κόσμο. Οπως λέει στην «Κ», «από το 2000 και μετά όταν είχαν μειωθεί τα επιτόκια και άρχισε η Ελλάδα να αναπτύσσεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς, πιστεύαμε στο Ταμείο ότι είναι κάτι προσωρινό». Οι απαντήσεις των εκάστοτε κυβερνήσεων στις κατά καιρούς προειδοποιήσεις του Ταμείου ήταν ότι «η οικονομία αναπτύσσεται και ότι εμείς κινδυνολογούσαμε». Ακόμα και μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης, η Αθήνα επέμενε ότι «η Ελλάδα δεν είναι εκτεθειμένη σε τοξικά προϊόντα και άρα δεν θα επηρεασθεί».

«Οταν εξελέγη η νέα κυβέρνηση τον Οκτώβριο του 2009», συνεχίζει ο κ. Βαμβακίδης, «έλαβαν ισχυρά μηνύματα και από την Ευρώπη και από το Ταμείο, αλλά δεν συνειδητοποιούσαν το πρόβλημα, γι’ αυτό και ανακοίνωσαν τα νέα στατιστικά στοιχεία χωρίς να πάρουν μέτρα».

Χωρίς εκπροσώπηση

Την περίοδο εκείνη, με την αποχώρηση και μη αντικατάσταση της κ. Μιράντας Ξαφά, η Ελλάδα είναι χωρίς εκπροσώπηση στο Ταμείο. Μετά το Eurogroup του Οκτωβρίου, η Ουάσιγκτον παρακολουθεί πλέον με προσοχή τις εξελίξεις στην Ευρώπη και αρχίζει διακριτικά να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Τόσο στις διμερείς επαφές με τη Γερμανία και άλλες ισχυρές χώρες της Ε.Ε., όσο και στο πλαίσιο των συζητήσεων που γίνονται στους κόλπους του ΔΝΤ, οι ΗΠΑ –που είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος– διαμηνύουν την ανησυχία τους για τον κίνδυνο η ελληνική κρίση να ξεφύγει από τον έλεγχο και να επηρεάσει αρνητικά την παγκόσμια οικονομία.

Ο κ. Πόουλ Τόμσεν, μιλώντας στους «Νέους Φακέλους», ανέφερε ότι η ενασχόλησή του με την Ελλάδα ξεκίνησε κάπου εκεί. Οπως σημείωσε: «Νομίζω ότι τον Δεκέμβριο του 2009 η κυβέρνηση αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην πιθανότητα προσφυγής στο ΔΝΤ. Εκείνη τη στιγμή ήταν όμως περισσότερο ένα σχέδιο Β, δεν υπήρξε πραγματικό αίτημα. Μόνο μία πιθανότητα στην οποία αναφέρθηκαν Ελληνες αξιωματούχοι. Γι’ αυτό και όταν ήλθε η αποστολή μας τον Ιανουάριο ήταν πολύ περιορισμένη και επικεντρώθηκε μόνο στην παροχή τεχνικής βοήθειας». Σύμφωνα με τον κ. Βαμβακίδη, «γύρω στον Δεκέμβριο κατάλαβαν ότι χρειαζόταν κάποιο πρόγραμμα, αλλά ακόμη και τότε, η εντύπωση που είχαν ήταν ότι πρόκειται για έναν προσωρινό πανικό των αγορών, ότι θα έπαιρναν μέτρα για ένα χρόνο και τα πράγματα θα βελτιώνονταν».

Τεχνική βοήθεια μόνο

Ο κ. Παπακωνσταντίνου, από την πλευρά του, επιμένει ότι η κυβέρνηση αναζητούσε μία «αμιγώς ευρωπαϊκή λύση». Οπως είχε δηλώσει στους «Νέους Φακέλους», σε ερώτηση για το αν κάποια μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν υπέρ της εμπλοκής του Ταμείου, η συμμετοχή που επεδίωκαν ήταν «μόνο από πλευράς τεχνικής βοήθειας, δηλαδή βοήθεια σε μια σειρά πραγμάτων όπως η φορολογία, τα δημοσιονομικά, όχι με την έννοια του δανεισμού».

Μιλώντας στους «Νέους Φακέλους», ο κ. Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ είχε δηλώσει «πολύ διστακτικός» απέναντι στη συμμετοχή του Ταμείου: «Ηταν πρόβλημα της Ζώνης του Ευρώ και έπρεπε να το λύσουμε ως Ζώνη του Ευρώ». Ακόμα περισσότερο είχαν θορυβηθεί οι κηδεμόνες της νομισματικής σταθερότητας της Ευρωζώνης. Οπως εξηγεί στην «Κ» ο κ. Λορένζο Μπίνι Σμάγκι, «η αίσθηση ήταν ότι η εμπλοκή του Ταμείου, μεγάλοι μέτοχοι του οποίου είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα, για να ελέγξει αν μέρος της ευρωπαϊκής νομισματικής περιοχής λειτουργεί σωστά, είναι ένα σήμα προς τις διεθνείς αγορές ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να διαχειριστεί τα του οίκου της». Επιπλέον, όπως λέει ο Ιταλός οικονομολόγος, οι Ευρωπαίοι κεντρικοί τραπεζίτες ανησυχούσαν –φόβος που αποδείχθηκε αβάσιμος– ότι το ΔΝΤ θα πίεζε την ΕΚΤ για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής: «Υπήρχε μια εργασία του Μπλανσάρ (επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ) που πρότεινε αύξηση του στόχου της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό από το 2% στο 4%, η οποία μας είχε προκαλέσει κάποιες έγνοιες», θυμάται ο κ. Μπίνι Σμάγκι.

Ωστόσο η αντίσταση έναντι των δυνάμεων που ωθούσαν το Ταμείο προς την ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Ευρωζώνης ήταν μάταιη. Είναι κοινή παραδοχή, ακόμα και εκείνων που δεν επιθυμούσαν εμπλοκή του ΔΝΤ, ότι η Ευρώπη δεν διέθετε ούτε τους θεσμούς ούτε την τεχνογνωσία για τη διάσωση ενός κράτους-μέλους. Οπως είπε ο κ. Γιουνκέρ στους «Νέους Φακέλους»: «Η Γερμανία, η Ολλανδία και η Φινλανδία επέμεναν στη συμμετοχή του ΔΝΤ γιατί είχε εξειδίκευση στην αντιμετώπιση τέτοιου είδους κρίσεων την οποία δεν είχε ούτε η Κομισιόν ούτε το Eurogroup» και «δεν είχαν τελείως άδικο».

Τηλεφώνημα Παπανδρέου προς Στρος-Καν

Τον Δεκέμβριο, ο κ. Στρος-Καν δέχεται τηλεφώνημα από τον κ. Παπανδρέου, κατά το οποίο συζητούν το ενδεχόμενο ενός προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας. Σύμφωνα με τον κ. Παπακωνσταντίνου, ο κ. Στρος-Καν τονίζει ότι το Ταμείο δεν έχει τα χρήματα να διασώσει από μόνο του την Ελλάδα, αλλά και ότι δεν θα μπορούσε να δράσει χωρίς τη συναίνεση των Ευρωπαίων, που αποτελούν το ένα τέταρτο του διοικητικού του συμβουλίου.

Ο κ. Βαμβακίδης ρίχνει περισσότερο φως στην τηλεφωνική συνομιλία. Για τον κ. Παπανδρέου σημειώνει: «Δεχόταν μεγάλη πίεση από την Ευρώπη λόγω της άσχημης κατάστασης που είχε κληρονομήσει και για την οποία δεν είχαν κάποια λύση οι Ευρωπαίοι. Ηθελε να δει αν στις διαπραγματεύσεις μαζί τους θα μπορούσε να συμμετάσχει και το ΔΝΤ για να βοηθήσει την Ελλάδα. Για τον Στρος-Καν ήταν έκπληξη, γιατί σε εκείνη τη φάση συζητούσαμε εντός του Ταμείου θεωρητικά. Και συνήθως πριν αρχίσει ένα πρόγραμμα, οι πρώτες συζητήσεις γίνονται σε τεχνικό επίπεδο, όχι σε επίπεδο πρωθυπουργού και γενικού διευθυντή». Ο κ. Στρος-Καν, σύμφωνα με τον κ. Βαμβακίδη, εξηγεί στον πρωθυπουργό τις διαδικασίες, και του λέει ότι ανεξάρτητα από τις αποφάσεις των Ευρωπαίων, η Ελλάδα, ως μέλος του ΔΝΤ, έχει το δικαίωμα να προσφύγει σε αυτό. Ο κ. Παπανδρέου απαντά (πάντα σύμφωνα με το πρώην στέλεχος του Ταμείου) ότι εάν η Ελλάδα αποφασίσει να προσφύγει σε πρόγραμμα του ΔΝΤ, «θέλω να εμπλακείς και να το διαχειρισθείς εσύ προσωπικά», κάτι που ο κ. Στρος-Καν δεσμεύεται να κάνει. «Η αποχώρηση του Στρος-Καν ήταν αρνητική εξέλιξη για την Ελλάδα» σχολιάζει ο κ. Βαμβακίδης. Ο πρώην αξιωματούχος του Ταμείου είναι ιδιαίτερα επικριτικός προς τους Ευρωπαίους: «Από τη μία κατηγορούσαν την Ελλάδα για την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, από την άλλη δεν ήθελαν να εμπλακεί το Ταμείο, με αποτέλεσμα η κατάσταση να χειροτερεύει. Θα έπρεπε το πρόγραμμα να είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα».

Οι ισχυροί του Νταβός κρούουν τον κώδωνα

Στο χιονισμένο Νταβός των ελβετικών Αλπεων έχουν ραντεβού κάθε χρόνο οι 2.500 ισχυρότεροι άνθρωποι του πλανήτη για να συζητήσουν τα πιο σημαντικά οικονομικά θέματα της χρονιάς. Εκείνο το πενταήμερο του τέλους Ιανουαρίου του 2010, όμως, ένα θέμα μονοπωλεί το ενδιαφέρον: Η Ελλάδα και η κλονισμένη της αξιοπιστία.

Αυτό που ενδεχομένως έχει μείνει στη μνήμη των περισσότερων από εκείνες τις ημέρες είναι η άσχημη εικόνα του τότε πρωθυπουργού, που προσπαθεί να αποφύγει δύσκολες ερωτήσεις από επίμονους δημοσιογράφους. Αυτό όμως που έχει πραγματική σημασία για τα γεγονότα που ακολουθούν είναι οι παρασκηνιακές συναντήσεις που έχει ο πρωθυπουργός με δύο από τους πιο σημαντικούς «παίκτες» της παγκόσμιας οικονομίας, τον μεγαλοεπενδυτή Τζορτζ Σόρος και τον οικονομολόγο Νουριέλ Ρουμπινί. Τι του είπαν και κατά πόσο έπαιξαν ρόλο στις αποφάσεις που παίρνει στη συνέχεια ο Γ. Παπανδρέου;

Ισως η πλέον καθοριστική συνάντηση είναι με τον Τζορτζ  Σόρος. Η συνάντηση λαμβάνει χώρα κατόπιν αιτήματος του ίδιου του κ. Σόρος. Στη μισή ώρα που βρίσκονται οι δύο άνδρες μαζί, ο ουγγρικής καταγωγής Αμερικανός δισεκατομμυριούχος δίνει στον Ελληνα πρωθυπουργό δύο βασικές συμβουλές: Πρώτον, να προσφύγει άμεσα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και δεύτερον, να πάρει μέτρα χωρίς καμία περαιτέρω καθυστέρηση. Για τον κ. Σόρος και τα δύο αυτά βήματα είναι αναγκαία, καθώς προσφυγή στο ΔΝΤ χωρίς μέτρα δεν θα έλυνε το πρόβλημα του χρέους, ενώ μέτρα από μόνα τους δεν θα μπορούσαν να καλύψουν το έλλειμμα των παραπάνω από 30 δισ. που υπήρχε εκείνη τη στιγμή στα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας. Ο φημισμένος επενδυτής, για να τονίσει το επείγον του πράγματος, λέει στον κ. Παπανδρέου: «Αν καθυστερήσεις πάνω από έξι μήνες, το πρόβλημα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είναι της προηγούμενης κυβέρνησης, θα γίνει δικό σου». Η βασική ανησυχία του κ. Σόρος, την οποία εκφράζει στον συνομιλητή του, αφορά τη μετάδοση της κρίσης από την Ελλάδα στην Ευρωζώνη, σύμφωνα με πηγή που είναι σε θέση να γνωρίζει τη συζήτηση τους.

Η προτροπή Ρουμπινί

Η άλλη σημαντική συνάντηση, που πρέπει να έπαιξε ρόλο στον τρόπο σκέψης του Γ. Παπανδρέου, είναι με τον διάσημο οικονομολόγο Νουριέλ Ρουμπινί, γνωστό και ως Dr Doom για τις παγίως αρνητικές του προβλέψεις για την παγκόσμια οικονομία. Στη θερμή συνάντηση που έχουν, ο κ. Ρουμπινί τονίζει και αυτός με τη σειρά του αυτό που έχει ακούσει και από τα χείλη του κ. Σόρος. Η μόνη λύση εκείνη τη στιγμή για την ελληνική οικονομία είναι η προσφυγή στο ΔΝΤ, του λέει. «Tου τόνισα ότι η χώρα θα χάσει την πρόσβαση στις αγορές και αντί να χάνει χρόνο ψάχνοντας ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα στήριξης, ενώ υπήρχαν εκλογές στη Γερμανία που καθυστερούσαν την απόφαση, θα ήταν καλύτερη ιδέα να πάει στο ΔΝΤ νωρίτερα», έχει δηλώσει στην εκπομπή «Νέοι Φάκελοι» ο ιρανοτουρκικής καταγωγής Αμερικανός οικονομολόγος, σημειώνοντας ότι η στάση του πρωθυπουργού στη φάση αυτή παραμένει αρνητική. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», ο κ. Ρουμπινί είναι από τους συνομιλητές του κ. Παπανδρέου που τον ωθούσαν από νωρίς να σκεφτεί και το ενδεχόμενο «κουρέματος» του χρέους.

Η πίεση στον Ελληνα πρωθυπουργό για προσφυγή στο ΔΝΤ αυξάνεται με τη δήλωση του Ντομινίκ Στρος-Καν στο Νταβός για πιθανή στήριξη της Ελλάδας: «Εμείς, στο ΔΝΤ, είμαστε έτοιμοι να παρέμβουμε εάν μας ζητηθεί κάτι τέτοιο». Παρόλο που ο κ. Στρος-Καν αναφέρει ότι έχει εμπιστοσύνη στις ευρωπαϊκές αρχές και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που ασχολούνται με το θέμα, ο ίδιος διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο εκείνες τις μέρες για να πείσει τους Ευρωπαίους για μια γενικότερη λύση.

Το κομβικό σημείο

Στο πάνελ όπου εμφανίζεται, ο πρωθυπουργός μιλά για το μέλλον της Ευρωζώνης. Ο Γ. Παπανδρέου κάθεται ανάμεσα στον πρωθυπουργό της Ισπανίας Χοσέ-Λουίς Θαπατέρο, τον πρόεδρο της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ και τον πρόεδρο της Λιθουανίας Βάλντις Ζατιέρ. Στην ομιλία του τονίζει ότι «το πρόβλημα της οικονομίας είναι ελληνικό» και ότι «εμείς έχουμε την ευθύνη για να βάλουμε τα του οίκου μας σε τάξη». Αρνείται, παράλληλα, ότι θα χρειαστεί βοήθεια από τη Γαλλία, τη Γερμανία ή οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης. Μία μέρα πριν ταξιδέψει για το Νταβός, ο κ. Παπανδρέου είχε συναντηθεί με τον κ. Γ. Προβόπουλο, ο οποίος, όπως αφηγείται, του είπε «ότι θα είχε νόημα να πάει μόνο αν είχε κάνει δύο-τρία ηχηρά πράγματα, τα οποία θα μπορούσε να παρουσιάσει ως δείγμα της αποφασιστικότητάς του. Δεν τον έπεισα».

«Το Νταβός ήταν το κομβικό σημείο για τον Γιώργο Παπανδρέου» θυμάται ο κ. Παπακωνσταντίνου. «Ηταν τέτοια η ανησυχία, ήμασταν το επίκεντρο όλων των συζητήσεων». Την ίδια αίσθηση έχει και ο κ. Πάγκαλος. Οπως λέει, ο κ. Παπανδρέου ήταν ένας άνθρωπος επικοινωνιακός και ήλπιζε ότι θα έπειθε τους συνομιλητές του στο Φόρουμ ότι οι ευθύνες ανήκαν στην προηγούμενη κυβέρνηση και ότι η δική του θα διόρθωνε την κατάσταση. «Δεν ήταν έτσι όμως, οι αγορές και οι Ευρωπαίοι είναι ψυχροί, δεν τους αρκούν τα ωραία λόγια».

Η χαμένη ευκαιρία της συναίνεσης και ο «πόλεμος» στο ΠΑΣΟΚ

Ενώ ο πρωθυπουργός βρίσκεται στο Νταβός, τα spreads εκτινάσσονται στις 405 μονάδες βάσης – το υψηλότερο επίπεδο από τη δημιουργία της Ευρωζώνης. Τότε έρχεται η ώρα για τον Γιώργο Παπανδρέου να καταστρώσει ο ίδιος το plan Β, που οι πιο υποψιασμένοι εκ των Ευρωπαίων αλλά και οι αγορές αναμένουν εδώ και αρκετούς μήνες. Μετά τις συναντήσεις που έχει το Σαββατοκύριακο (30 – 31 Ιανουαρίου) με υπουργούς και κορυφαίους κρατικούς τραπεζίτες αποφασίζει να πρoχωρήσει άμεσα σε επώδυνα μέτρα.

«Δεν ξέρω τι θα συνέβαινε εάν, κυρίως από το Νταβός και μετά, η αντίδραση της διεθνούς οικονομικής κοινότητας είτε σε πολιτικό επίπεδο είτε σε επίπεδο αγορών δεν ήταν τόσο ισχυρή. Επαιξε καθοριστικό ρόλο γιατί έθεσε και τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση προ πολύ συγκεκριμένων και πολύ δύσκολων διλημμάτων», όπως είχε πει στους «Νέους Φακέλους» ο τότε υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Ραγκούσης.

Διμερείς συναντήσεις

Τη Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται στο βήμα της Βουλής και απευθύνεται στον τότε πρωθυπουργό ζητώντας του να πάρει μέτρα. Την επόμενη μέρα ο Γιώργος Παπανδρέου καλεί τους αρχηγούς κομμάτων σε διμερείς συναντήσεις στο Μέγαρο Μαξίμου, ζητώντας τους συναίνεση για τα μέτρα που επρόκειτο να πάρει. Ο κ. Σαμαράς βγαίνει από τη συνάντηση έχοντας συμφωνήσει. «Προσφέρουμε αποφασιστική στήριξη σε ό,τι είναι ωφέλιμο για τον τόπο» λέει χαρακτηριστικά και τονίζει ότι αυτή η στήριξη δεν είναι «λευκή επιταγή». Για τον στενό σύμβουλο του Αντ. Σαμαρά, Χρύσανθο Λαζαρίδη, όπως έχει δηλώσει στην εκπομπή «Νέοι Φάκελοι» η συναίνεση είναι μία υπέρβαση από τη μεριά του προέδρου της Ν.Δ. «Σας θυμίζω ότι τότε ήταν μια εποχή που το ΠΑΣΟΚ κατηγορούσε τη Ν.Δ. για ό,τι είχε συμβεί από αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως και εντεύθεν, δημιουργώντας ένα κλίμα όχι εύκολο για συνεννόηση». Η ανάγκη συνεννόησης όμως υπήρχε και ήταν η μόνη περίοδος που ο Σαμαράς χρησιμοποίησε τη λέξη «συναίνεση». Βέβαια η συναίνεση που περιγράφει ο Χρ. Λαζαρίδης δεν διαρκεί περισσότερο από δύο εβδομάδες…

Λίγες ώρες έχουν περάσει από τις συναντήσεις με τους πολιτικούς αρχηγούς στο Μαξίμου και ο Γ. Παπανδρέου, λίγο μετά τις 8 το βράδυ, ανακοινώνει μέσω ενός δραματικού διαγγέλματος που προβάλλεται στα δελτία ειδήσεων, όσα είχε αποφασίσει. «Ελληνίδες και Ελληνες», ξεκινάει ο τότε πρωθυπουργός από το βήμα του Μεγάρου Μαξίμου. «Η Ελλάδα βρίσκεται στο κέντρο ενός ευρύτερου κερδοσκοπικού παιχνιδιού, το οποίο έχει στόχο και το ευρώ, ενώ η χώρα, λόγω του παρελθόντος της, αντιμετωπίζεται επιπροσθέτως σαν “αδύναμος κρίκος” της Ευρωζώνης, με αποτέλεσμα οι όροι δανεισμού να γίνονται κάθε μέρα όλο και επαχθέστεροι». Ο πρωθυπουργός συνεχίζει εξαγγέλλοντας τα πρώτα πραγματικά σκληρά μέτρα: Το γενικό πάγωμα μισθών στο Δημόσιο, περικοπή επιδομάτων 10%, αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Είναι μέτρα όντως αυστηρά για εκείνη την εποχή – αλλά, για πολλούς, σημαντικά αργοπορημένα.

Το διάγγελμα αιφνιδιάζει τη συντριπτική πλειονότητα του υπουργικού συμβουλίου. Ελάχιστοι είναι αυτοί που περίμεναν ότι ο πρωθυπουργός θα προχωρούσε στην εξαγγελία ενός αντίστοιχου προγράμματος λιτότητας. Ο κ. Παπανδρέου έχει κρατήσει το περιεχόμενο αλλά και τη λογική του διαγγέλματος επτασφράγιστο μυστικό, ακόμη και από τους στενότερους συνεργάτες του. Οι Γ. Παπακωνσταντίνου και Γ. Ραγκούσης είναι από τους ελάχιστους οι οποίοι γνωρίζουν τι θα πει και του έχουν προτείνει να συμπεριλάβει στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (το οποίο έχει κατατεθεί πριν από λίγες μέρες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και το «σχέδιο Β», το οποίο προβλέπει μέτρα άμεσης απόδοσης και εισροής ρευστότητας στα κρατικά ταμεία. Το διάγγελμα είναι όμως και ήττα για όσους, όπως η Λούκα Κατσέλη και ο Χρήστος Παπουτσής, επέμεναν να μη ληφθούν πρόσθετα μέτρα.

Το διάγγελμα του πρωθυπουργού, όμως, προκαλεί και εντάσεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Η Αννα Διαμαντοπούλου, τότε υπουργός Παιδείας, αφήνει αιχμές εναντίον του κ. Παπακωνσταντίνου, δηλώνοντας ότι «θα ήταν ιδανικό να ανακοινώναμε αυτά τα μέτρα τον Νοέμβριο». Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης παίρνει θέση κατά της λιτότητας: «Δεν είμαι υπέρ των σκληρότερων μέτρων και της λογικής ότι πρέπει να τσακίσουμε τη μεσαία τάξη της χώρας».

Ενδεικτικό για το τι συμβαίνει στην κυβέρνηση μετά το διάγγελμα είναι το υπουργείο Εργασίας. Εκεί, το κλίμα αμέσως μετά την ανακοίνωση των μέτρων είναι παγωμένο. Ο τότε υπουργός Ανδρέας Λοβέρδος είναι αμήχανος, καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή διέψευδε τα περί αυξήσεων των ορίων της ηλικίας συνταξιοδότησης. Την έχει όμως μόλις ακούσει να αναγγέλλεται από τα χείλη του πρωθυπουργού ζωντανά από την τηλεόραση, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει.

Διαιρεμένο το ΠΑΣΟΚ

Η διαμάχη στο ΠΑΣΟΚ για το πόσο σκληρή θα πρέπει να είναι η δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας έχει ξεκινήσει από την πρώτη μέρα στην εξουσία και θα κορυφωθεί τον επόμενο μήνα, τον Μάρτιο, όταν η κυβέρνηση θα χρειαστεί να πάρει και άλλα μέτρα. Τότε πια τα μέλη της κυβέρνησης από τις αιχμές του Φεβρουαρίου θα φτάσουν να εξαπολύουν ανοιχτές επιθέσεις ο ένας στον άλλο ακόμα και από το βήμα της Βουλής.

Δύο εβδομάδες μετά το διάγγελμα, ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης ζητάει νέα συνάντηση με τον πρωθυπουργό, καθώς έχει δύο θέματα που θέλει να συζητήσει μαζί του. Του εκφράζει την ανάγκη η κυβέρνηση να λάβει περαιτέρω μέτρα από μόνη της πριν της επιβληθούν από την Ευρώπη. Ομως αυτό που πραγματικά φαίνεται να αλλάζει το κλίμα ανάμεσα στους δύο άνδρες είναι η απόφαση του πρωθυπουργού να συστήσει εξεταστική επιτροπή για την οικονομία. Αυτό φαίνεται να εξοργίζει τον κ. Σαμαρά, ο οποίος δηλώνει ότι δεν έχει πρόβλημα με την εξεταστική, αρκεί να τεθούν όλα υπό εξέταση. «Ολα στο φως! Αλλά όταν λέμε όλα, εννοούμε όλα. Από το 1981», λέει χαρακτηριστικά, μιλώντας στους δημοσιογράφους, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αυτό δεν βρίσκει σύμφωνο τον τότε πρωθυπουργό καθώς, όπως λέει, αυτά που έγιναν στο παρελθόν δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά που έγιναν πρόσφατα και οδήγησαν τη χώρα σε δημοσιονομικό αδιέξοδο.

Με μία τυπική χειραψία μεταξύ των δύο ανδρών κλείνει μία ακόμα συνάντηση μεταξύ πρωθυπουργού και αρχηγού της αντιπολίτευσης, που σαν αυτή 11 μήνες νωρίτερα μεταξύ Καραμανλή και Παπανδρέου, έχει πέσει στο κενό. Εκεί χάνεται και η ευκαιρία συναίνεσης, που θα αποτελέσει κρίσιμο ζητούμενο καθ’ όλη την εξέλιξη της ελληνικής κρίσης. Ο λόγος που διήρκεσε μόλις δύο εβδομάδες είχε λιγότερο να κάνει με ουσιαστικές διαφορές σε θέματα πολιτικής μεταξύ των δύο κομμάτων εξουσίας, και πολύ περισσότερο με την ολέθρια επιρροή του κομματικού τρόπου σκέψης σε ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., που έθετε την αντιπαράθεση επί του κομματικού αντιπάλου πάνω από το συμφέρον της χώρας.

Η επίθεση κατά των κερδοσκόπων, γιατί την υιοθετούν Σαρκοζί και Μέρκελ

Κρίνοντας από την πρώτη φράση του διαγγέλματος της 2ας Φεβρουαρίου από τον πρωθυπουργό, η προσοχή αλλά και το φταίξιμο για την κατάσταση της οικονομίας δεν θα πέσει σε λάθος πολιτικές, αργοπορημένα μέτρα και τις σπατάλες του παρελθόντος, αλλά στις μυστήριες διεθνείς αγορές και στους σκοτεινούς ανθρώπους της. Αυτούς που όλοι αποκαλούμε και κερδοσκόπους. Από το Νταβός ο Γ. Παπανδρέου ξεκινάει την πρώτη του αναφορά στην επίθεση στην Ευρωζώνη από πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Τους μήνες που ακολουθούν το θέμα της κερδοσκοπίας, αλλά και κατά πόσο συμβάλλει στην επιδείνωση της ελληνικής οικονομίας, είναι κάτι που απασχολεί τον τότε πρωθυπουργό έντονα. Ομως κατά πόσο έπαιξε ρόλο;

Η τότε υπουργός Οικονομίας Λούκα Κατσέλη δεν διστάζει να πάει και ένα βήμα παρακάτω και να δηλώσει στην εκπομπή «Νέοι Φάκελοι» ότι «το παιχνίδι αυτό ήταν στημένο. Ηταν στημένο πολύ πριν. Από το 2008 μπορώ να πω, τώρα που το βλέπουμε, είχαν αποφασίσει να πάρουν θέση ενάντια στο ευρώ –γιατί ουσιαστικά το μεγάλο παιχνίδι γίνεται με την ισοτιμία ευρώ – δολαρίου– και να χρησιμοποιήσουν τον ευάλωτο κρίκο, που ήταν η Ελλάδα, ως όχημα για τα κέρδη τα οποία θα είχαν». Το κερδοσκοπικό παιχνίδι στο οποίο αναφέρεται η Κατσέλη γίνεται μέσω των CDS, ή αλλιώς ασφάλιστρα κινδύνου. Για τους επενδυτές που τα αγοράζουν, τα CDS λειτουργούν όπως κάθε ασφάλεια. Κάθε φορά που μία οικονομία βρίσκεται πιο κοντά στον κίνδυνο, τα CDS της ακριβαίνουν, αντικατοπτρίζοντας τον κίνδυνο μιας πιθανής χρεοκοπίας. Οσο πιο ευάλωτη είναι μια οικονομία, τόσο πιο υψηλή είναι και αυτή η τιμή. Και όσο πιο ακριβή η τιμή, τόσο πιο πολλά τα κέρδη, γι’ αυτούς που το προέβλεψαν.

Η συμβουλή Στίγκλιτς

Ενας από τους κοντινούς οικονομικούς συμβούλους του πρωθυπουργού εκείνη την εποχή, ο Αμερικανός οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς, δηλώνει τον Φεβρουάριο στο αμερικανικό δίκτυο Bloomberg ότι «δεν μου είναι απολύτως ξεκάθαρο αν υπάρχει κάποιο βασικό πρόβλημα στην ελληνική οικονομία πέρα από την κερδοσκοπική επίθεση που δέχεται», ενώ συγχρόνως η συμβουλή που παρέχει ο Αμερικανός οικονομολόγος στον πρωθυπουργό, παρά τις αριστερές του καταβολές, είναι ότι το ΔΝΤ δεν θα πρέπει να αποκλειστεί σαν επιλογή για χρηματοδότηση. Ο κ. Παπανδρέου, με τη βεβαιότητα ότι οι κερδοσκόποι ευθύνονται για την αύξηση των ελληνικών spreads και κατά συνέπεια του κόστους δανεισμού, τον Φεβρουάριο αλλά και αρχές Μαρτίου ταξιδεύει σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες μαζί με μια σειρά από επιχειρήματα στη βαλίτσα του, για να φωτίσει τον ρόλο των κερδοσκόπων όχι μόνο στην ελληνική οικονομία αλλά και την ευρωπαϊκή.

Τα επιχειρήματα του Ελληνα πρωθυπουργού φαίνεται να πιάνουν τόπο, καθώς ο τότε Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί δηλώνει, έχοντας τον κ. Παπανδρέου στο πλευρό του, ότι «η Γαλλία, η Γερμανία και η Ελλάδα είναι ενωμένες ενάντια στην κερδοσκοπία». Ενώ προς το τέλος Φεβρουαρίου, η καγκελάριος Μέρκελ τονίζει σε ομιλία της από το Αμβούργο ότι «δεν μπορεί οι κερδοσκόποι να επωφελούνται από τη δυσκολία της Ελλάδας».

Ενας από αυτούς τους κερδοσκόπους στους οποίους αναφέρεται η Μέρκελ είναι και ο Kyle Bass. Ιδιοκτήτης μεγάλης επενδυτικής εταιρείας στο Ντάλας του Τέξας, έχει ποντάρει σε μια πιθανή ελληνική χρεοκοπία πολύ πριν ξεσπάσει η ελληνική κρίση αγοράζοντας CDS. Οταν τον συναντάμε στο γραφείο του, τα έχει ήδη πουλήσει κερδίζοντας σημαντική περιουσία. Για τον Μπας, η ρητορική του Παπανδρέου και της Μέρκελ απλώς στρέφει την προσοχή μακριά από το πραγματικό πρόβλημα. «Οι δύο ισχυρές φωνές τότε ήταν ο Σαρκοζί και η Μέρκελ. Και οι δύο έλεγαν ότι τα CDS είναι μία επίθεση. Μην ανησυχείτε για τα χρέη μας, τα προβλήματά μας, μη δίνετε σημασία σε αυτά, δώστε σημασία σε αυτούς τους “κακούς τύπους” εκεί πέρα», λέει ο Μπας. Και όντως, σε καιρούς οικονομικής κρίσης, ο ευκολότερος στόχος για να ρίξει κανείς το φταίξιμο μιας ήδη άσχημης οικονομικής κατάστασης είναι οι κερδοσκόποι.

Για τον Γερμανό οικονομολόγο που βρίσκεται κοντά στη Μέρκελ εκείνο τον καιρό, Ντάνιελ Γκρος, αυτή η επίθεση στους κερδοσκόπους βολεύει την καγκελάριο για κάποιο διάστημα. «Μπορεί να ήθελε να βοηθήσει και την ελληνική κυβέρνηση, αλλά δεν νομίζω ότι ήταν κάτι που πίστευε και σίγουρα δεν μπορείς να επιμένεις σε κάτι τέτοιο, όταν τα πράγματα χειροτερεύουν για μήνες», υποστηρίζει ο Γκρος.

Τι λένε οι αριθμοί

Οπως ένα αυτοκίνητο που βρίσκεται σε κατηφορικό δρόμο με σπασμένα φρένα αρχίζει και επιταχύνει και από 40 χλμ. καταλήγει στα 100 χλμ., ο οδηγός του θα ήταν παράλογο να κατηγορεί το ταχύμετρο για την επιτάχυνση, το ίδιο παράλογο είναι να κατηγορείς τα CDS για την οικονομική κρίση, λένε άνθρωποι που γνωρίζουν πώς λειτουργούν αυτά τα πολύπλοκα προϊόντα της αγοράς.

Για τον Τεξανό επενδυτή, η αγοραπωλησία των CDS δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν τρόπο διαχείρισης κεφαλαίων. «Ο τρόπος που χειριζόμαστε τα κεφάλαια είναι να τα επενδύουμε σε ολόκληρο τον κόσμο. Η δουλειά μου είναι να βρω αντιστάθμισμα για το ρίσκο. Ετσι, αν τα πράγματα πάνε άσχημα, δεν θα χάσουμε πολλά από τα χρήματά μας. Η επιθυμία μου δεν είναι να επενδύσω τεράστια ποσά εναντίον της Ελλάδας και να κερδίσω από την καταστροφή της». Ετσι και αλλιώς, «οι αγορές δεν μπορεί να είναι κακές ή καλές, απλώς τιμολογούν αξίες».

Ομως, το αδιάσειστο στοιχείο για τον μικρό ρόλο των CDS το δίνουν οι ίδιοι οι αριθμοί. «Απεδείχθη ότι το ποσοστό των CDS για το ελληνικό χρέος ήταν 3 δισ. όταν το χρέος της Ελλάδας ήταν πάνω από 300 δισ. Αρα είναι αστείο το νούμερο», λέει ο πρώην γενικός διευθυντής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους Σπύρος Παπανικολάου.

Στην Ευρώπη, η ρητορική της κερδοσκοπίας γρήγορα φαίνεται να ξεθυμαίνει. Η προσοχή στρέφεται τώρα πίσω στην Ελλάδα και στις Βρυξέλλες. Η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει στην Κομισιόν το πρόγραμμά της για τη μείωση του ελλείμματος της χώρας, σε μια προσπάθεια να απαντήσει στις πιέσεις των αγορών. Ολοι καταλαβαίνουν πως κάτι τέτοιο δεν θα είναι και τόσο εύκολο.

(Στην φωτογραφία : Κομβικής σημασίας αποδείχθηκε η συμμετοχή του κ. Γιώργου Παπανδρέου στο οικονομικό forum του Νταβός τον Ιανουάριο του 2010 και οι συνομιλίες με Σόρος και Ρουμπινί. Ο τότε πρωθυπουργός ακούει παραινέσεις για προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και διαπιστώνει ότι ο δρόμος προς το Μνημόνιο ανοίγει διάπλατα. Συνέχεια της μεγάλης έρευνας της «Κ»)

Αναζητώντας αγοραστές για το χρέος

Βρισκόμαστε στα τέλη Ιανουαρίου. Η ατμόσφαιρα στην Ελλάδα είναι πνιγηρή και έρχονται να την βαρύνουν περαιτέρω δημοσιεύματα στους Financial Times που μιλούν για σχέδια δανεισμού από την Κίνα.
Ηδη από τα τέλη Νοεμβρίου έχει υπάρξει δημοσίευμα της Dow Jones Newswires ότι η Αθήνα διαπραγματεύεται με κινεζικές τράπεζες για την πώληση ελληνικών ομολόγων 25 δισ. ευρώ εντός του 2010, με πιθανή είσοδο των Κινέζων στο μετοχικό κεφάλαιο της Εθνικής Τράπεζας – συζήτηση για την οποία (αν όντως διεξαγόταν) δεν είχε γνώση ο τότε διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής, Απόστολος Ταμβακάκης.
 
Την ημέρα που ξεκινούν οι εργασίες του Νταβός, οι F.T. αναβιώνουν το ρεπορτάζ αυτό, προσθέτοντας νέες λεπτομέρειες – και υπογραμμίζοντας τον ρόλο της Goldman Sachs. Είναι η εποχή που αμέτρητοι «καλοθελητές», από στελέχη επενδυτικών τραπεζών έως αγνώστων περγαμηνών «επενδυτικοί σύμβουλοι», παρουσιάζουν κάθε λογής σχέδιο για εξεύρεση χρημάτων, πάντα με τη δική τους… καταλυτική μεσολάβηση. Ορισμένοι υπουργοί και αξιωματούχοι παίζουν το παιχνίδι των «καλοθελητών», διαρρέοντας αριστερά και δεξιά ότι υπάρχει η δυνατότητα εναλλακτικής χρηματοδότησης του χρέους.
 
Το υπουργείο Οικονομικών αρνείται ότι αναζητά αγοραστές του ελληνικού χρέους στην Κίνα. Αντίστοιχη διάψευση έρχεται και από την Goldman Sachs. Οι διαψεύσεις ερμηνεύονται στον διεθνή οικονομικό Τύπο ως παραδοχή της ελληνικής κυβέρνησης ότι δεν κατάφερε να βρει στήριξη ούτε από τους Κινέζους. Το αποτέλεσμα είναι τα spreads να εκτιναχθούν και ο κ. Παπανδρέου να φτάσει στο Νταβός σε συνθήκες πανικού στις αγορές.
 
Για μεγάλες επενδύσεις
 
Οι επαφές του πρωθυπουργού με την κινεζική ηγεσία αφορούσαν κυρίως τη δυνατότητα πραγματοποίησης επενδύσεων και όχι το ενδεχόμενο αγοράς δημόσιου χρέους. Το επιβεβαιώνει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος, που δηλώνει στην «Κ» ότι οι Κινέζοι «δεν ενδιαφέρονταν για διακρατική συμφωνία. Μας έλεγαν να δημιουργήσουμε το κατάλληλο κλίμα ώστε να κάνουν μεγάλες επενδύσεις, με όρους αγοράς».
 
Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου σημειώνει ότι «οι Κινέζοι είχαν πει, σε πολιτικό επίπεδο, ότι ενδεχομένως να ενδιαφερθούν για αγορά ομολόγων, αλλά δεν έδωσαν συνέχεια». Ο υπουργός Οικονομικών σχεδίαζε ταξίδι στο Πεκίνο την περίοδο εκείνη, το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
 
Ο Σπύρος Παπανικολάου, επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ έως τις 18 Φεβρουαρίου, σημειώνει ότι σε πρακτικό επίπεδο ο ίδιος δεν είχε καθόλου επαφές για δανεισμό με τους Κινέζους και ότι δεν πίστευε ότι μπορούσε η Ελλάδα να αντλήσει από την ασιατική υπερδύναμη τα ποσά που είχαν διαρρεύσει στον Τύπο.
 
Στα μέσα Φεβρουαρίου, ο κ. Παπανδρέου επισκέπτεται τη Μόσχα, όπου συναντιέται με τον πρόεδρο της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβέντεφ και τον πρωθυπουργό –και πραγματικό ισχυρό άνδρα της χώρας– Βλαντιμίρ Πούτιν. Πριν από τη συνομιλία του με τον κ. Πούτιν, ο Ελληνας πρωθυπουργός έχει συνάντηση με ομογενή επιχειρηματία που θεωρείται ότι έχει στενή σχέση με την πολιτική ηγεσία της χώρας. Ο επιχειρηματίας δηλώνει στον κ. Παπανδρέου ότι ο κ. Πούτιν είναι διατεθειμένος να βοηθήσει οικονομικά την Ελλάδα σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία.
 
Χωρίς ανταπόκριση
 
Στη συνάντηση των δύο πρωθυπουργών, ο κ. Παπανδρέου θέτει ζήτημα αγοράς ελληνικών ομολόγων στον Ρώσο ηγέτη. Η ανταπόκριση δεν είναι αυτή που προσδοκούσε. Ο κ. Πούτιν προσπερνά το θέμα των ομολόγων και γυρίζει τη συζήτηση στο αν προτίθεται το ελληνικό κράτος να αγοράσει ρωσικά όπλα και αμυντικά συστήματα. Την ίδια μέρα, μετά τη δική του συνάντηση με τον Ελληνα πρωθυπουργό, ο κ. Μεντβέντεφ δηλώνει ότι πρόετρεψε τον κ. Παπανδρέου να ζητήσει οικονομική βοήθεια από το ΔΝΤ.
 
Ο πρωθυπουργός μίλησε εκείνη την περίοδο και με τους ηγέτες άλλων χωρών για τη δυνατότητα δανεισμού της Ελλάδας. Ο Νορβηγός πρωθυπουργός τον παρέπεμψε στον επικεφαλής του κρατικού επενδυτικού ταμείου (sovereign wealth fund) λέγοντας ότι δεν αποφασίζει ο ίδιος τέτοια ζητήματα. Οι επαφές με το Κατάρ απέβησαν εξίσου άκαρπες, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες, οι οικονομικοί διαχειριστές του εμιράτου αξίωναν επιτόκια πάνω από 6% για να δανείσουν τη χώρα.
 
Και στην ΕΚΤ
 
Η Λούκα Κατσέλη αποκαλύπτει ότι είχε προτείνει να εισηγηθεί ο πρωθυπουργός την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη δευτερογενή αγορά ομολόγων. «Ηταν μέγα και τραγικό λάθος της ΕΚΤ που δεν το έπραξε στο σημείο εκείνο» λέει σήμερα η πρώην υπουργός. Ερωτηθείς σχετικά, ο Λορένζο Μπίνι Σμάγκι, μέλος τότε της εκτελεστικής επιτροπής της κεντρικής τράπεζας, εξηγεί ότι μία παρέμβαση της ΕΚΤ στη δευτερογενή αγορά τότε «θα έστελνε το λάθος μήνυμα» και ότι μόνο η υπαγωγή της Ελλάδας σε ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης θα επέτρεπε στη Φρανκφούρτη να προχωρήσει σε αγορές ομολόγων.
 
Η κυβέρνηση βολιδοσκόπησε κάθε δυνατότητα εναλλακτικής χρηματοδότησης – από τις λογικές έως τις απίθανες. Η απλή, σκληρή αλήθεια ήταν πως λεφτά δεν υπήρχαν.
 
Το τραπεζικό σύστημα μπροστά στο πρόβλημα
 
Την περίοδο αυτή αρχίζει να κορυφώνεται η ανησυχία και στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Την Κυριακή 31 Ιανουαρίου, την επομένη της επιστροφής του πρωθυπουργού από τον πολυτελή «θάλαμο βασανιστηρίων» του Νταβός, κορυφαίοι υπουργοί, στελέχη του ΠΑΣΟΚ και κρατικοί τραπεζίτες καλούνται στο Μαξίμου. Οι αγορές κεφαλαίων έχουν πλέον κλείσει για τις ελληνικές τράπεζες, όπως και η διατραπεζική, ενώ έχει ξεκινήσει το πρώτο κύμα φυγής καταθέσεων. Εξι μέρες νωρίτερα, οι ελληνικές τράπεζες είχαν αγοράσει περίπου τα 2/3 του πενταετούς ομολόγου των 8 δισ. ευρώ, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο την έκθεσή τους στο ελληνικό δημόσιο χρέος.
 
Γίνονται δύο ξεχωριστές συσκέψεις. Στην πρώτη, ο πρωθυπουργός, παρουσία των κ. Παπακωνσταντίνου, Σαχινίδη και Ζανιά –αλλά όχι της υπερμάχου της ήπιας προσαρμογής Λούκας Κατσέλη– βλέπει το ηγετικό δίδυμο της Εθνικής, τον Θ. Πανταλάκη της ATE Bank και τον Κλ. Παπαδόπουλο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Ο Απόστολος Ταμβακάκης έχει πάρει το αυτοκίνητό του (χωρίς οδηγό και την προσωπική του ασφάλεια) και έχει παραλάβει τον Β. Ράπανο από το σπίτι του. Οταν φτάνουν, μπαίνουν στο Μαξίμου από την πίσω πόρτα – όλα σε μία απόπειρα διασφάλισης της μυστικότητας της σύσκεψης που αποδείχθηκε τελικά εντελώς μάταια, καθώς ήταν το βασικό θέμα στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων εκείνο το βράδυ.
 
Ο κ. Παπανδρέου δείχνει καταβεβλημένος. Μιλά για εθνική περιπέτεια στην οποία εισέρχεται η χώρα και ζητεί την άποψη των συνομιλητών του για το πώς πρέπει να κινηθεί. Ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής μιλά έξω από τα δόντια. Αναλύει το ήδη επείγον πρόβλημα της ρευστότητας και την άμεση πιθανότητα κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος. Μαζί με τον κ. Ράπανο, καλούν τον πρωθυπουργό να λάβει άμεσα σκληρά μέτρα – κάτι που λένε εκείνη την περίοδο και άλλοι κορυφαίοι τραπεζίτες, όπως ο Νίκος Νανόπουλος της Eurobank.
 
Στη δεύτερη σύσκεψη, με τους πολιτικούς, γίνονται εκ νέου αναφορές σε δανεισμό από την Κίνα και τη Μέση Ανατολή (Λ. Κατσέλη) και στο πολιτικό κεφάλαιο του ΠΑΣΟΚ που δεν πρέπει να σπαταληθεί (Χρ. Παπουτσής). Μιλώντας στην «Κ», ο κ. Ταμβακάκης λέει ότι «αν είχαν ληφθεί σοβαρά μέτρα 2-3 μήνες νωρίτερα, δεν θα είχαμε μεν αποφύγει το πρόγραμμα, αλλά ίσως να είχαμε πιο ομαλή προσγείωση».
 
Για το τραπεζικό σύστημα, οι μήνες από τον Φεβρουάριο έως την υπογραφή του Μνημονίου έδιναν στους επικεφαλής του καθημερινές όψεις της αβύσσου – η οποία συχνά κοιτούσε πίσω. Δεν ήταν λίγες οι φορές που, στο τέλος της ημέρας, ύστερα από τηλεφωνήματα που αντάλλαζαν, η μία τράπεζα παρείχε ρευστότητα στην άλλη, ώστε να μην καταφύγει στην Τράπεζα της Ελλάδος και δώσει το έναυσμα μιας γενικότερης κρίσης εμπιστοσύνης. Ο κ. Ταμβακάκης φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίσει την περίοδο Μαΐου – Ιουνίου 2012 (μεταξύ των δύο εκλογών) «περίπατο» –καθώς υπήρχε τότε η ασπίδα του δανειακού προγράμματος– μπροστά στην αγωνία εκείνων των πρώτων μηνών του 2010.
 
Μια άτυπη σύνοδος έφερε στο προσκήνιο το ΔΝΤ
 
Στις 10 – 11 Φεβρουαρίου, λαμβάνει χώρα έκτακτο, άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις Βρυξέλλες, με θέμα την Ελλάδα. Εχει προηγηθεί η κατάθεση του τριετούς Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης στα μέσα Ιανουαρίου από την κυβέρνηση. Το ΠΣΑ προβλέπει πάγωμα των αυξήσεων για δημόσιους υπαλλήλους με αποδοχές άνω των 2.000 ευρώ (μετά το σχετικό αντάρτικο Παπουτσή) και μείωση του κονδυλίου για επιδόματα κατά 10%. Ο πήχυς για τη μείωση του ελλείμματος του 2010 έχει αυξηθεί περαιτέρω – σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, θα πέσει στο 8,7% του ΑΕΠ. Το Πρόγραμμα, παρά τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν, είχε εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η αντίδραση των αγορών ήταν μια άλλη ιστορία: ο συνωστισμός στην έξοδο κινδύνου από τους κατόχους ελληνικού χρέους εντάθηκε και τα spreads συνέχισαν την εκρηκτική ανάβασή τους.
 
Στις 2 Φεβρουαρίου, μετά το Νταβός και τη συνάντηση με τους υπουργούς και τους τραπεζίτες στο Μαξίμου, ο πρωθυπουργός σε διάγγελμά του είχε ανακοινώσει πάγωμα μισθών, μείωση επιδομάτων και αύξηση στον ΕΦΚ καυσίμων. Οι αγορές είχαν και πάλι αδιαφορήσει.
 
Στο περιθώριο της άτυπης Συνόδου γίνεται κλειστή σύσκεψη στην οποία συμμετέχουν ο Ελληνας πρωθυπουργός, η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ, ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζ. Μ. Μπαρόζο, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρομπέι και ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζ. Κ. Τρισέ. Είναι η πρώτη συνάντηση του άτυπου διευθυντηρίου που θα διαχειριστεί την ευρωπαϊκή κρίση – αν και με σημαντικές ελλείψεις, με κυριότερη αυτή του Ντομινίκ Στρος-Καν, τον οποίο ο Νικολά Σαρκοζί θέλει να κρατήσει σε ασφαλή απόσταση, εν μέρει έχοντας υπόψη του ότι είναι ο πιθανότερος αντίπαλός του στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2012. Ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης εδώ και μήνες ζητεί από την Ελλάδα να εντείνει τους ρυθμούς της δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά παράλληλα πιέζει τους Ευρωπαίους να γίνουν πιο συγκεκριμένοι σχετικά με τον υπό συζήτηση μηχανισμό στήριξης.
 
Οι εταίροι έχουν υιοθετήσει το πρώτο σκέλος της λογικής Τρισέ. Στη συνάντηση, οι συνομιλητές του ζητούν από τον κ. Παπανδρέου τη λήψη πρόσθετων μέτρων, με την κ. Μέρκελ να παρατηρεί ότι οι αγορές δεν έχουν πειστεί και τον κ. Μπαρόζο, σε υψηλούς τόνους, να λέει ότι η Ελλάδα δεν έχει κάνει αρκετά.
 
Ο πρωθυπουργός εκρήγνυται. Υπενθυμίζει στον κ. Μπαρόζο ότι μόλις προ ολίγων ημερών η Κομισιόν είχε εγκρίνει το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης και ότι αν είχε κάνει τη δουλειά της σχετικά με τις ατασθαλίες της προηγούμενης κυβέρνησης, δεν θα βρισκόταν η Ελλάδα –και η Ευρώπη– σε αυτή τη δύσκολη θέση. Παρόλα αυτά, έχοντας έλθει σε σχετική συνεννόηση με τον Γάλλο πρόεδρο, δηλώνει ότι θα πάρει νέα μέτρα – υπό τον όρο να τα διαδεχθεί σθεναρή, απερίφραστη στήριξη από την Ευρώπη που να μπορέσει, επιτέλους, να κατευνάσει τις αγορές. Η κ. Μέρκελ, σύμφωνα με μία εκδοχή, τον παροτρύνει να τα ανακοινώσει ευθύς αμέσως, εξερχόμενος από την αίθουσα – κάτι το οποίο της εξηγεί ότι δεν γίνεται.
 
Συνάντηση-καταλύτης
 
Γνώστες των ευρωπαϊκών διεργασιών εκείνης της περιόδου, αλλά και των διλημμάτων που αντιμετώπιζε η καγκελάριος, συντείνουν στην άποψη ότι η συνάντηση αυτή, αλλά και η αντίληψη εκ μέρους του Βερολίνου της ανεπάρκειας της Κομισιόν στη διαχείριση της κρίσης, ήταν ο καταλύτης για τη γερμανική απόφαση να εμπλακεί το ΔΝΤ στην ελληνική διάσωση. Η ώρα του Ταμείου πλέον πλησιάζει. Το ανακοινωθέν του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 11 Φεβρουαρίου αναφέρει ότι στην παρακολούθηση του προγράμματος προσαρμογής της Ελλάδας θα συμβάλει με την «ειδημοσύνη» του και το ΔΝΤ. Τα τεχνικά κλιμάκια του Ταμείου που έχουν κληθεί να στηρίξουν μεταρρυθμίσεις στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών και στη φορολογική διοίκηση έχουν ήδη καταφτάσει στην Αθήνα σε αυτήν τη φάση.
 
Οπως θυμάται ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, στις 17 Φεβρουαρίου του τηλεφώνησε ο υπουργός Επικρατείας Χάρης Παμπούκης. «Μου ζήτησε εκ μέρους του πρωθυπουργού να αναλάβω για σύντομο χρονικό διάστημα τη θέση του εκπροσώπου της Ελλάδας στο ΔΝΤ. Ηθελαν να αξιοποιήσω τη στενή σχέση που είχα με τον Ντομινίκ Στρος-Καν» λέει στην «Κ» ο κ. Ρουμελιώτης. «Τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο υπουργός Οικονομικών μου είχαν πει ότι λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζε η Ελλάδα με τους εταίρους της στην Ευρωζώνη, θα έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο χρηματοδότησης από το ΔΝΤ, ώστε να αποφευχθεί η χρεοκοπία. Αυτή ήταν η κύρια αποστολή μου στην Ουάσιγκτον» καταλήγει ο κ. Ρουμελιώτης.
Ενώ ο νέος εκπρόσωπος της Ελλάδας στο ΔΝΤ έφτανε στη Ουάσιγκτον στις 6 Μαρτίου, ο κ. Παπανδρέου συνειδητοποιούσε ότι, παρά τον νέο γύρο δημοσιονομικής εξυγίανσης τον οποίο είχε μόλις εξαγγείλει, η Ευρώπη –και πιο συγκεκριμένα η Γερμανία– δεν θα ήταν παρούσα με τον τρόπο που απαιτούσαν οι περιστάσεις.
 
Το «πακέτο Ακερμαν» και το γερμανικό «όχι»
 
Η θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Deutsche Bank ήταν πάντα κάτι περισσότερο από απλά o θρόνος στο γερμανικό τραπεζικό πάνθεον. Ο επικεφαλής της μεγαλύτερης γερμανικής τράπεζας είχε ανέκαθεν στενές επαφές με την πολιτική εξουσία και ισχυρή επιρροή στη διαχείριση της γερμανικής οικονομίας.
 
Ο Ελβετός Γιόζεφ Ακερμαν, που ανέλαβε το τιμόνι του γερμανικού τραπεζικού Λεβιάθαν το 2002, ήταν ήδη το 2009 από τους πιο ισχυρούς «καγκελάριους» της Deutsche Bank μεταπολεμικά. Το φθινόπωρο του 2008 είχε στηρίξει τις τραπεζικές διασώσεις της κυβέρνησης Μέρκελ. Λίγο περισσότερο από ένα χρόνο αργότερα, καθώς η κρίση υπερχρέωσης μετέβαινε από το τραπεζικό στο κρατικό στάδιο με επίκεντρο την Ελλάδα, αποφάσισε να αναλάβει μία νέα πρωτοβουλία.
 
Μιλώντας με άλλες τράπεζες και μεγάλους θεσμικούς επενδυτές που –σαν την Deutsche Bank– είχαν σημαντική έκθεση στα ελληνικά ομόλογα, ο κ. Ακερμαν συγκεντρώνει δεσμεύσεις πόρων για μία σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με σκοπό τη στήριξη της Ελλάδας. «Ο στόχος ήταν να μαζέψουμε 30 δισ. ευρώ – 15 δισ. από τον ιδιωτικό τομέα και άλλα 15 από κράτη-μέλη της Ευρωζώνης» αφηγείται στην «Κ» ο Ελβετός τραπεζίτης. «Ελπίζαμε ότι με αυτά τα “κεφάλαια σποράς”» –όπως αποκαλεί τα 30 δισ.– «θα επαναφέραμε την εμπιστοσύνη».
 
Αρκετοί θεσμικοί επενδυτές είχαν δηλώσει την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στο πακέτο Ακερμαν, ενώ, όπως λέει, «είχαμε και κάποιες θετικές ενδείξεις από τη γαλλική κυβέρνηση». Με αυτά τα εφόδια στις αποσκευές του, ο επικεφαλής της Deutsche Bank ταξιδεύει στην Αθήνα προς τα τέλη Φεβρουαρίου και συναντά τον Γ. Παπανδρέου και τον Γ. Παπακωνσταντίνου. Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών αντιδρούν θετικά. «Του είπαμε ότι φυσικά και μας ενδιαφέρει, ότι πιστεύαμε ότι θα μπορούσε να ηρεμήσει τις αγορές. Και τον ρωτήσαμε αν μπορεί να συγκεντρώσει το ποσό» θυμάται ο κ. Παπακωνσταντίνου.
 
Οπως σε τόσα άλλα ζητήματα στη μακρά ευρωπαϊκή κρίση, η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα κρινόταν από τη στάση του Βερολίνου. Ο κ. Ακερμαν είχε μεταβεί στην Αθήνα χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την κ. Μέρκελ. Επιστρέφοντας στη Φρανκφούρτη, τηλεφωνεί στον παλαιό του γνώριμο Γενς Βάιντμαν, τότε κορυφαίο οικονομικό σύμβουλο της Αγκελα Μέρκελ στην καγκελαρία και μετέπειτα πρόεδρο της Bundesbank.
 
Χωρίς έγκριση
 
Η αντίδραση δεν ήταν αυτή που ήλπιζε. Ο οικονομικός εγκέφαλος της καγκελαρίας εξηγεί στον κ. Ακερμαν ότι η γερμανική κυβέρνηση απαιτεί πολύ πιο ανελαστικές δεσμεύσεις για μέτρα και μεταρρυθμίσεις πριν δεχθεί να στηρίξει οικονομικά την Ελλάδα. Στην αρνητική στάση του Βερολίνου παίζει κρίσιμο ρόλο και η αβεβαιότητα σε σχέση με το μέγεθος του πακέτου, η διόγκωση του οποίου πέραν των αρχικών δεσμεύσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει τεράστιο πολιτικό πρόβλημα στην καγκελάριο. Επιπλέον, υπάρχει η ανησυχία ότι ένα κοινό πακέτο του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα θα δημιουργούσε νομικό πρόβλημα σε περίπτωση που θα έπρεπε στο μέλλον να γίνει αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας υπό την κατοχή ιδιωτών (θα ήταν δύσκολο να μην αντιμετωπιστούν ιδιώτες και κράτη-δανειστές pari passu). Τις επόμενες μέρες, όταν διαρρέει το ταξίδι του κ. Ακερμαν, η ίδια η κ. Μέρκελ σπεύδει να διευκρινίσει ότι ήταν καθαρά δική του πρωτοβουλία, χωρίς την έγκριση της κυβέρνησης.
 
Αναλογιζόμενος την απόπειρά του τότε, ο κ. Ακερμαν εξηγεί το σκεπτικό του ως εξής στην «Κ»: «Είχα στον νου μου τον φόβο μετάδοσης της κρίσης. Είχαμε για τα ευρωπαϊκά δεδομένα μία μικρή ανάφλεξη, και ήθελα να τη σβήσω πριν μετατραπεί σε πυρκαγιά». Γνωρίζοντας όμως όσα ακολούθησαν, παραδέχεται ότι «δεν είναι καθόλου σίγουρο» ότι το πακέτο που επιχείρησε να συγκεντρώσει θα είχε σβήσει την ελληνική φωτιά.

 
(Στην φωτογραφία : Την ημέρα που ξεκινούν οι εργασίες στο Νταβός, οι Financial Times δημοσιεύουν ρεπορτάζ για σχέδια δανεισμού από την Κίνα, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της Goldman Sachs. Το υπουργείο Οικονομικών όπως και η Goldman Sachs το αρνήθηκαν)
 
«Καλό κουράγιο», τα λόγια του Ρεν έδειχναν ΔΝΤ
 
1η Μαρτίου 2010. Πέντε μήνες μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας, ο Γ. Παπανδρέου ετοιμάζεται να λάβει νέα μέτρα λιτότητας, πριν ταξιδέψει σε Βερολίνο, Παρίσι και Ουάσιγκτον. Στην Αθήνα βρίσκεται ο καινούργιος επίτροπος Νομισματικών Υποθέσεων Ολι Ρεν.
Παρόλο που το ΔΝΤ δεν έχει ακόμα γίνει δεκτό επισήμως στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, μαζί με τον επίτροπο είναι και ο υποδιευθυντής του ευρωπαϊκού τμήματος του Ταμείου, Πόουλ Τόμσεν, αλλά και ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Γιούργκεν Σταρκ – εκπρόσωποι των θεσμών που θα μετεξελιχθούν σε λίγες εβδομάδες στην τρόικα. Ο σκοπός τους είναι να συζητήσουν ποια μορφή θα μπορούσε να πάρει ένα ενδεχόμενο πακέτο στήριξης για τη χώρα μας, αλλά και να διαπιστώσουν τι είναι διατεθειμένη να κάνει η Ελλάδα.
Ο κ. Τόμσεν θυμάται αυτή τη συνάντηση καλά. Οπως είχε πει στους «Νέους Φακέλους»: «Το σημαντικότερο ήταν ότι δεν υπήρχε η εικόνα ενός δωματίου γεμάτο από καπνό, όπου εμείς λέγαμε θέλουμε αυτό και η κυβέρνηση έλεγε “όχι, δεν το θέλουμε”. Τίποτα τέτοιο. Σκεφτόμασταν όλοι τα ίδια, από την αρχή».
Ο πραγματικός σκοπός της επίσκεψης δεν γίνεται γνωστός. Επισήμως ο Ολι Ρεν έχει έρθει για να δώσει το «πράσινο φως» στα μέτρα που είναι έτοιμη να πάρει η κυβέρνηση. «Προτρέπω την ελληνική κυβέρνηση να αποφασίσει και να ανακοινώσει πρόσθετα μέτρα τις επόμενες μέρες, όσο το δυνατόν γρηγορότερα γίνεται», λέει ο επίτροπος στη συνέντευξη Τύπου που παραχωρεί στην Αθήνα. Προσθέτει δε, ότι εφόσον η κυβέρνηση κάνει ό,τι είναι απαραίτητο, «η Ευρωζώνη είναι έτοιμη να αναλάβει αποφασιστική και συντονισμένη δράση για να διασφαλίσει τη σταθερότητά της». Ο κ. Ρεν τελειώνει τη συνέντευξη Τύπου ευχόμενος «καλό κουράγιο» στα ελληνικά. Κανείς δεν ήξερε τότε πόσο ακριβώς κουράγιο θα χρειαζόταν.
Πριν φύγει, ο κ. Ρεν έχει μία 40λεπτη συνάντηση με τον Γ. Παπανδρέου. Ο πρωθυπουργός δεσμεύεται στον επίτροπο ότι η κυβέρνηση θα πάρει όποια μέτρα απαιτούνται για να βγει από την κρίση, αλλά του ζητάει συγχρόνως και «έμπρακτη αλληλεγγύη από πλευράς της Ε.Ε.». Στη συνέχεια συγκαλεί έκτακτο υπουργικό συμβούλιο για την αμέσως επόμενη μέρα.
Το κλίμα στο έκτακτο υπουργικό είναι βαρύ. Η συνεδρίαση γίνεται στη Βουλή και ο Γ. Παπανδρέου ξεκινάει λέγοντας ότι με τη λήψη αυτών των μέτρων το πρόβλημα παύει να είναι ελληνικό, εννοώντας ότι η Ευρώπη θα πρέπει να δείξει έμπρακτα την αλληλεγγύη της. Ζητάει τη στήριξη των υπουργών του, λέγοντας ότι «οι αποφάσεις δεν είναι για κανέναν από εμάς ευχάριστες», αλλά ότι «σε τέτοιες συνθήκες, δεύτερες σκέψεις δεν υπάρχουν». Τον λόγο παίρνει ο Γ. Παπακωνσταντίνου, που παρουσιάζει τα μέτρα, ύψους 5,5 δισ. ευρώ: αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ, περικοπή 30% σε επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και διακοπών στον δημόσιο τομέα, αύξηση φόρων κατανάλωσης σε καύσιμα, πετρέλαιο κίνησης, τσιγάρα και αλκοόλ, φόροι πολυτελείας σε αυτοκίνητα και σκάφη, επιβολή έκτακτης εισφοράς και καθιέρωση συντελεστή 45% για τα εισοδήματα άνω των 100.000 ευρώ είναι τα πιο σημαντικά. Τα μέτρα πρέπει να ψηφιστούν εντός δύο ημερών.
«Υστατη λύση» το ΔΝΤ
Ο πρωθυπουργός αναφέρεται και στην «ύστατη λύση» του ΔΝΤ σε περίπτωση που η Ε.Ε. ολιγωρήσει. Η αναφορά στο ΔΝΤ προκαλεί αργότερα συζήτηση μεταξύ των υπουργών, καθώς αρκετοί θεωρούν ότι η προσφυγή σε θεσμό εκτός της Ε.Ε. είναι λάθος. Οι περισσότεροι υπουργοί βγαίνοντας από το υπουργικό συμβούλιο τηρούν στάση παρόμοια με αυτή του υπουργού Αμυνας Ευάγγελου Βενιζέλου, που δηλώνει μεν έξω από τη Βουλή ότι στηρίζει τα μέτρα, αλλά συμπληρώνει ότι «θα προτιμούσε να έχουν ληφθεί νωρίτερα και αν ήταν δυνατόν από τον Οκτώβριο».
Ακολουθεί μία άνευ προηγουμένου επίθεση του κοινοβουλευτικού εκπρόσωπου του ΠΑΣΟΚ Χρ. Παπουτσή κατά του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Φ. Σαχινίδη την ημέρα ψήφισης των μέτρων. «Σε ποια κυβέρνηση νομίζετε ότι είστε υφυπουργός;» ρωτά με οργισμένο ύφος ο κ. Παπουτσής. «Στην καρέκλα στην οποία κάθεστε σήμερα έχουν βρεθεί διαπρεπείς πολιτικοί στο παρελθόν», συνεχίζει ο κ. Παπουτσής, απευθυνόμενος στον εμβρόντητο κ. Σαχινίδη. «Δεν σας το επιτρέπουν κάτι τέτοιο τα εκατομμύρια ψηφοφόρων που έστειλαν το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση κι εσάς στη σημερινή σας θέση!».
Για τον Φ. Σαχινίδη εκείνη η συνεδρίαση της Βουλής έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη του λόγω της σφοδρότητας της επίθεσης. Ωστόσο τότε η ανησυχία ήταν μία: να υπερψηφιστούν τα μέτρα, για να τα χρησιμοποιήσει ο κ. Παπανδρέου στη συνάντησή του με την κ. Μέρκελ ως επιχείρημα για να την πείσει να συναινέσει στη δημιουργία μηχανισμού στήριξης.
Η συνεδρίαση ολοκληρώνεται και το νομοσχέδιο ψηφίζεται. Ο κ. Σαχινίδης αμίλητος σχεδόν δραπετεύει από το κτίριο του Κοινοβουλίου. Πίσω του, κάποιοι από τους ελάχιστους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ που ήταν παρόντες στο επεισόδιο, σχολίαζαν: «Ο Χρήστος [Παπουτσής] τα έλεγε στον καημένο τον Σαχινίδη, αλλά στόχος του ήταν ο Παπακωνσταντίνου!».
Εν τω μεταξύ, η αντιπολίτευση ανεβάζει τους τόνους της αντιπαράθεσης. Η συναινετική στάση που είχε κρατήσει ο Αντ. Σαμαράς για λίγες ημέρες σχεδόν ένα μήνα νωρίτερα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ο νέος πρόεδρος της Ν.Δ. δηλώνει μετά την εξαγγελία των μέτρων ότι «άργησαν απελπιστικά πέντε μήνες». Παράλληλα όμως, επιτίθεται στην κυβέρνηση για λάθος μείγμα πολιτικής, «που δεν μας βγάζει από την κρίση αλλά βαθαίνει την ύφεση».
«Κατανόηση» από την Αγκελα Μέρκελ
Στις 5 Μαρτίου, δύο ημέρες αφού έχει ανακοινώσει το νέο πακέτο μέτρων λιτότητας, ο Γιώργος Παπανδρέου ταξιδεύει στο Βερολίνο. Μιλώντας στο γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων την προηγούμενη μέρα, έχει δηλώσει: «Η Ελλάδα δεν ζητάει δεκάρα από τον Γερμανό φορολογούμενο. Ζητάμε πολιτική υποστήριξη, όχι οικονομική βοήθεια».
Ο πρωθυπουργός γνωρίζει το αρνητικό κλίμα που υπάρχει στη Γερμανία απέναντι στην άσωτη –όπως παρουσιάζεται από μερίδα του γερμανικού Τύπου και από δεξιούς πολιτικούς– Ελλάδα. Η Bild, η εφημερίδα με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στην Ευρώπη, προειδοποιεί τη γερμανική κυβέρνηση να μην ενδώσει σε αιτήματα οικονομικής βοήθειας. Δημοσκόπηση, που έχει δημοσιευθεί την προηγουμένη της επίσκεψής του, τοποθετεί στο 84% το ποσοστό των Γερμανών που διαφωνούν με την ιδέα της οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα.
Τι συζητούν
Η πρώτη συνάντηση, στην αίθουσα συσκέψεων της καγκελαρίας, διαρκεί μόλις μισή ώρα και αφορά τι θα πουν οι δύο ηγέτες στη συνέντευξη Τύπου που ακολουθεί. Η καγκελάριος, παρότι προσηνής, είναι αμετακίνητη: εξηγεί στον πρωθυπουργό ότι δεν μπορεί να δώσει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για οικονομική βοήθεια λόγω των περιορισμών που θέτει τόσο το γερμανικό σύνταγμα όσο και η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Η επιρροή του Γενς Βάιντμαν, βασικού οικονομικού συμβούλου της και παρόντος στη συνάντηση, είναι εμφανής. Ο κ. Παπανδρέου επιμένει ότι χρειάζεται μία δήλωση – εγγύηση προς τις αγορές ότι η Γερμανία θα παρέμβει υπέρ της Ελλάδας αν χρειαστεί. Εκείνη τον παραπέμπει στη σοφία των αγορών, που θα καταλάβουν τα μέτρα που εξήγγειλε και θα ηρεμήσουν. Ο πρωθυπουργός, μεταξύ σοβαρού και αστείου, της λέει ότι, παρότι σοσιαλιστής, καταλαβαίνει τις αγορές καλύτερα από εκείνη, επειδή η καγκελάριος μεγάλωσε σε κομμουνιστικό καθεστώς. Της τονίζει ότι με τη διστακτική της στάση παίζει με τη φωτιά.
Στη συνέντευξη Τύπου, η κ. Μέρκελ χαρακτηρίζει τα ελληνικά μέτρα «εξαιρετικά σημαντικό βήμα» και δηλώνει ότι η Γερμανία δείχνει «κατανόηση» για την Ελλάδα, αλλά δεν προχωρά σε τίποτα πιο χειροπιαστό. Δημοσιογράφος της Bild ρωτά τον κ. Παπανδρέου αν προτίθεται να πουλήσει ελληνικά νησιά. Ο πρωθυπουργός απαντά με νόημα ότι στα νησιά έχει γραφτεί η ιστορία της Ελλάδας, ότι υπέστησαν ξένη κατοχή και ότι δεν είναι προς πώληση.
Οι δύο ηγέτες και οι αντιπροσωπείες τους δειπνούν στη συνέχεια στην καγκελαρία. Η κ. Μέρκελ επιμένει ότι δεν μπορεί να δεσμευτεί. Σημειώνει μάλιστα ότι δεν είναι ακριβώς στο ίδιο μήκος κύματος με τον υπουργό Οικονομικών της. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, παρών κι αυτός στο δείπνο, είναι την περίοδο εκείνη πιο συνειδητοποιημένος από την καγκελάριο όσον αφορά την ανάγκη μιας ευρωπαϊκής απάντησης στην ελληνική κρίση. Σε αντίθεση με την κ. Μέρκελ, ήταν μάλιστα σαφώς πιο επιφυλακτικός απέναντι στην ιδέα εμπλοκής του ΔΝΤ, απέναντι στην οποία, όπως δηλώνει στην «Κ» ο Γιοργκ Ασμουσεν, αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών τότε, ο κ. Παπανδρέου «δεν ήταν αντίθετος». Γενικότερα πάντως, όπως σημειώνει ο κ. Ασμουσεν, «σε αυτή τη φάση δεν είχαμε συνειδητοποιήσει τη συστημική φύση του προβλήματος. Θεωρούσαμε ακόμα ότι αφορούσε μόνο μία χώρα που είχε αλλοιώσει τα στατιστικά της στοιχεία».
Μετά το γεύμα, Μέρκελ, Παπανδρέου, Σόιμπλε και Παπακωνσταντίνου πίνουν έναν καφέ. Στον πιο στενό αυτό κύκλο, τα πράγματα τίθενται ευθέως. Η καγκελάριος ρωτά πόσο αντέχει η Ελλάδα, αναφέροντας και το πολιτικό της πρόβλημα – την εκλογική αναμέτρηση στο κρατίδιο της Β. Ρηνανίας – Βεστφαλίας, στις 9 Μαΐου. Η απάντηση που λαμβάνει είναι ότι πρέπει να δημιουργηθεί το ταχύτερο δυνατό ένας μηχανισμός με σαφείς δεσμεύσεις.
 
Οι υποσχέσεις του Σαρκοζί
Δύο μέρες αργότερα, υποδέχεται τον πρωθυπουργό στο Μέγαρο των Ηλυσίων ο Νικολά Σαρκοζί. Το κλίμα είναι διαφορετικό. Ο Γάλλος πρόεδρος, σε κατάσταση μόνιμης υπερδιέγερσης, επικρίνει την κ. Μέρκελ που, όπως λέει, δεν έχει καταλάβει πόσο επείγουσα είναι η κατάσταση. Αναφέρει μάλιστα ότι θα προτείνει στη Γερμανίδα καγκελάριο να επισκεφθούν από κοινού την Ελλάδα και να εκφράσουν μαζί τη στήριξή τους. Ο υπερκινητικός κ. Σαρκοζί κοντοστέκεται μόνο όταν μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας τον ρωτά στα γαλλικά αν θα μπορούσε να πάρει τα μισά από τα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση Παπανδρέου. Στο σημείο εκείνο, βυθίζεται σε μία πελώρια πολυθρόνα και παραδέχεται ότι δεν θα μπορούσε.
Οταν προκύπτει στη συζήτηση η πιθανότητα συμμετοχής του ΔΝΤ, είναι κάθετος: δεν πρέπει το Ταμείο να συμμετάσχει σε εσωτερικές υποθέσεις της Ευρωζώνης. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο – η Γαλλία θα «καθαρίσει» την ελληνική υπόθεση, χωρίς τη συνδρομή του Γάλλου γενικού διευθυντή του Ταμείου. Το Παρίσι μάλιστα είναι θετικό –ενώ οι Γερμανοί ήταν πολύ πιο επιφυλακτικοί– στο ενδεχόμενο πρόσβασης της Ελλάδας σε έναν μηχανισμό βραχυπρόθεσμου δανεισμού, από 4-5 χώρες της Ευρωζώνης, σε περίπτωση που κλείσουν οι αγορές πριν στηθεί ο επίσημος μηχανισμός στήριξης.
Στη δημόσια τοποθέτησή του, ο κ. Σαρκοζί είναι πολύ πιο θερμός από την κ. Μέρκελ. «Η ελληνική κυβέρνηση πήρε τα μέτρα που της ζητήθηκαν», δηλώνει. «Τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης πρέπει τώρα να είναι έτοιμα να λάβουν τα δικά τους. […] οι κερδοσκόποι πρέπει να γνωρίζουν ότι η αλληλεγγύη έχει νόημα».
Ωστόσο τα σύννεφα δεν διαλύονται. Η ελληνική πλευρά τονίζει στον Γάλλο πρόεδρο ότι πρέπει στη Σύνοδο Κορυφής στα τέλη του μήνα να υπάρξει συγκεκριμένο νούμερο στο τραπέζι. Ο κ. Σαρκοζί συμφωνεί, αλλά δεν θα καταφέρει να πείσει την καγκελάριο. Το ΔΝΤ, κατόπιν απαίτησης του Βερολίνου, θα αποτελέσει μέρος του επίσημου μηχανισμού. Η απόφαση λαμβάνεται λίγες μέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου, σε διαπραγματεύσεις μεταξύ των κ. Ασμουσεν, Βάιντμαν και Κορσέπιους (συμβούλου ευρωπαϊκών υποθέσεων της καγκελαρίου) από τη γερμανική πλευρά, και των Ραμόν Φερναντέζ (γενικού διευθυντή του υπουργείου Οικονομικών) και Ξαβιέ Μουσκά (προσωπάρχη του Ν. Σαρκοζί) από τη γαλλική. Η κοινή επίσκεψη Μέρκελ – Σαρκοζί στην Αθήνα δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ…
Απροετοίμαστη, η Ευρώπη αποφασίζει τη συμμετοχή του Ταμείου
Ενώ η Αθήνα εκείνες τις μέρες φαίνεται επιτέλους να έχει αφυπνιστεί, στις Βρυξέλλες επικρατεί χάος. «Η Ευρώπη σε εκείνη τη φάση ήταν παντελώς απροετοίμαστη να αντιμετωπίσει μια κρίση. Ηταν σαν να είχε πιάσει φωτιά σε ένα από τα σπίτια της και η ίδια να μην έχει ούτε καν πυροσβεστική», σημειώνει υψηλόβαθμος Ευρωπαίος αξιωματούχος.
Η ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων δεν ήταν ποτέ το δυνατό σημείο της Ευρώπης. Ιδιαίτερα τότε όμως, η αργοπορία είχε τεράστιο κόστος. «Δίναμε πάντα την αίσθηση ότι ήμασταν πίσω από τις αγορές. Ποτέ δεν δώσαμε την εντύπωση ότι ήμασταν μπροστά», όπως δήλωσε στους «Νέους Φακέλους» ο Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ.
«Η αλήθεια είναι ότι η Ευρώπη δεν ήταν καλά εξοπλισμένη θεσμικά για να αντιμετωπίσει κάτι τέτοιο, γιατί κυριαρχούσε η αντίληψη ότι αν όλοι τηρούσαν τους κανόνες, δεν θα προέκυπταν τέτοιες καταστάσεις», σημειώνει στην «Κ» ο πρόεδρος του Euroworking Group Τόμας Βίζερ.
Ο Γ. Παπακωνσταντίνου, έχοντας λάβει τα μέτρα του Μαρτίου, είναι σε θέση να ζητήσει πια από τους εταίρους του ένα σχέδιο για τη χαλιναγώγηση των αγορών. Αλλά η γερμανική κυβέρνηση, όπως έχει αναδείξει ο οικονομολόγος Ντάνιελ Γκρος, σύμβουλος τότε στο υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας, γνωρίζει ελάχιστα την ελληνική οικονομία. Η αναβλητική στάση των Γερμανών προκαλεί τον εκνευρισμό του προέδρου του Eurogroup. «Νευρίαζα με σχόλια που έκανε κάποιες φορές ο γερμανικός Τύπος και οι Γερμανοί πολιτικοί για τους Ελληνες. Αυτό ήταν απαράδεκτο», έχει πει στους «Νέους Φακέλους».
Ο κ. Γιουνκέρ βέβαια είναι και ο ίδιος αρκετά επιφυλακτικός σχετικά με την παροχή βοήθειας προς την Ελλάδα. Ακόμα και μέσα στον Μάρτιο χρησιμοποιεί το επιχείρημα ότι ο κ. Παπανδρέου δεν έχει ζητήσει οικονομική βοήθεια. «Δεν νομίζω ότι θα χρειαστεί να δράσουν (τα μέλη της Ευρωζώνης)», λέει χαρακτηριστικά, μετά την επίσκεψη του Γ. Παπανδρέου στο Λουξεμβούργο. Οσο για το θέμα της προσφυγής στο ΔΝΤ, ο κ. Γιουνκέρ ανήκει ξεκάθαρα στο ΔΝΤ-φοβικό στρατόπεδο, μαζί με τον Νικολά Σαρκοζί, τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και σύσσωμη την ΕΚΤ. «Ημουν ανάμεσα σε αυτούς που δεν ήθελαν το ΔΝΤ γιατί σκεφτόμουν ότι είμαστε μια ευρωπαϊκή ομάδα με κοινό νόμισμα και πρέπει να το ξεπεράσουμε αυτό χωρίς τη στήριξη του ΔΝΤ. Θυμάμαι να λέω ότι όταν η Καλιφόρνια έχει προβλήματα, οι ΗΠΑ δεν ζητούν βοήθεια από το ΔΝΤ, αλλά δίνουν μια συνολική εθνική απάντηση σε ένα τοπικό πρόβλημα», θα σχολιάσει σχετικά στους «Νέους Φακέλους» ο κ. Γιουνκέρ.
Οι δηλώσεις του Γ. Παπανδρέου εκείνη την περίοδο έχουν σκοπό να προκαλέσουν κινητοποίηση στους ευρωπαϊκούς κύκλους για να βρεθεί λύση χωρίς το Ταμείο. Συγχρόνως, ο Γ. Παπακωνσταντίνου τονίζει στους εταίρους ότι αν δεν βοηθήσουν άμεσα, δεν θα μπορέσει η Ελλάδα να πληρώσει το ομόλογο των 8,5 δισ. ευρώ που λήγει τον Μάιο και ότι η καθυστέρησή τους θα οδηγήσει σε εμπλοκή του ΔΝΤ. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι ο ίδιος ο κ. Παπανδρέου δεν έβλεπε αρνητικά το ενδεχόμενο συμμετοχής του Ταμείου, υπό την προσωπική διαχείριση του Σοσιαλιστή και φιλέλληνα Ντομινίκ Στρος-Καν.
Στην Ουάσιγκτον, ο Ελληνας εκπρόσωπος του ΔΝΤ Παναγιώτης Ρουμελιώτης κάνει τις επαφές που του έχει ζητήσει ο πρωθυπουργός ώστε να μη βρεθεί η χώρα απροετοίμαστη μπροστά στις εξελίξεις. Το Ταμείο έχει ήδη κινητοποιηθεί για το ενδεχόμενο να υπάρξει επίσημο αίτημα για συνδρομή σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας.
Στα μέσα Μαρτίου αρχίζουν και διαρρέουν πληροφορίες ότι ετοιμάζεται σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας που θα αποφασιστεί από όλους τους αρχηγούς κρατών της Ευρώπης στη Σύνοδο Κορυφής στις 25-26 Μαρτίου. Η Αγκελα Μέρκελ έχει ήδη εξασφαλίσει τη συναίνεση των Γάλλων στη συμμετοχή του ΔΝΤ, ως αντάλλαγμα για την απόφαση να δεχθεί τη δημιουργία μηχανισμού έκτακτης χρηματοδότησης για την Ελλάδα.
Η Σύνοδος Κορυφής
Την ημέρα πριν από το Συμβούλιο, Μέρκελ και Σαρκοζί συναντιούνται για δύο ώρες και γράφουν ένα προσχέδιο εντός του πλαισίου του οποίου επιθυμούν να κινηθεί η απόφαση του Συμβουλίου. Την επόμενη ημέρα, λίγο πριν από την έναρξη της συνεδρίασης, το παρουσιάζουν στον πρόεδρο της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ, στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρομπέι και στον Ελληνα πρωθυπουργό. Οι υπόλοιποι ηγέτες, μεταξύ των οποίων ο Ισπανός πρωθυπουργός Χοσέ Λουίς Θαπατέρο, του οποίου η χώρα είναι η προεδρεύουσα του Συμβουλίου εκείνο το εξάμηνο, αλλά και ο Ολλανδός Γιαν Πέτερ Μπαλκενέντε, εξοργίζονται που έχουν τεθεί εκτός της διαδικασίας.
Το βασικό σημείο της απόφασης του Συμβουλίου είναι ότι τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης είναι έτοιμα να συνεισφέρουν σε συντονισμένο διμερή δανεισμό, στο πλαίσιο μηχανισμού που θα περιλαμβάνει ουσιαστική χρηματοδότηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αλλά στον οποίο η πλειονότητα της χρηματοδότησης θα είναι ευρωπαϊκή.
Ο κ. Παπανδρέου δηλώνει ικανοποιημένος από την έκβαση της συνόδου. Ο Χέρμαν βαν Ρομπέι ισχυρίζεται ότι ο κίνδυνος κρίσης ρευστότητας στην Ελλάδα αποσοβήθηκε, ενώ ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζ.-Μ. Μπαρόζο, ακόμα πιο ενθουσιώδης, μίλησε για «ιστορική» συμφωνία. Παρά τις θριαμβολογίες, δεν είναι η αρχή του τέλους του «ελληνικού κινδύνου». Είναι το τέλος της αρχής.

(Στην φωτογραφία : Γιώργος Παπανδρέου και Αγκελα Μέρκελ στη συνέντευξη Τύπου που έδωσαν μετά τη συνάντησή τους, στις 5 Μαρτίου 2010, στο Βερολίνο)

 
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ στηρίζει την Ελλάδα
 
Αντιμέτωπος με τη διστακτικότητα των Ευρωπαίων, ο Γιώργος Παπανδρέου επιχειρεί να αξιοποιήσει την καλή εικόνα που διαθέτει στην Ουάσιγκτον.
 Επισκέπτεται την αμερικανική πρωτεύουσα στις 8 Μαρτίου, προερχόμενος από το Βερολίνο και το Παρίσι, και βρίσκει στήριξη από την αμερικανική ηγεσία: Μπαράκ Ομπάμα, Χίλαρι Κλίντον, Τίμοθι Γκάιτνερ τον συναντούν, τον ακούν με προσοχή, τον ενθαρρύνουν. Αλλωστε, καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης, τόσο ο πρόεδρος όσο και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, σε επανειλημμένες περιπτώσεις εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην επιλογή της αυστηρής λιτότητας ως μεθόδου αντιμετώπισης της κατάστασης στην Ευρωζώνη και σε ακραίες κινήσεις όπως την εκδίωξη της Ελλάδας από το ευρώ.
Στις 6 Φεβρουαρίου, μόλις ένα μήνα πριν από την επίσκεψη Παπανδρέου, στη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών του G7, στον Καναδά, ο Τίμοθι Γκάιτνερ είχε μείνει άφωνος βλέποντας τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να ξεσπάει κατά της Ελλάδας και με τιμωρητική διάθεση να δηλώνει ότι «η Ελλάδα πρέπει να αντιληφθεί πως όταν παραβιάζεις τους κανόνες για μακρύ διάστημα, πρέπει να πληρώσεις βαρύ τίμημα». Στο βιβλίο του, που εκδόθηκε στις αρχές της περασμένης εβδομάδας, ο πρώην υπ. Οικονομικών των ΗΠΑ μιλά για «ξαφνικό πανικό στην Ευρώπη» και περιγράφει με δραματικούς τόνους το κλίμα που επικράτησε εκείνο το κρίσιμο Σαββατοκύριακο. «Η συζήτηση στο εναρκτήριο δείπνο δεν ήταν καθησυχαστική», τονίζει και αναφέρει ότι προειδοποίησε τους Ευρωπαίους πως αν σκόπευαν «να κρατήσουν την μπότα τους στον λαιμό της Ελλάδας», θα έπρεπε να καταστήσουν σαφές στις αγορές ότι δεν θα επιτρέψουν μια χρεοκοπία ή την κατάρρευση ολόκληρων τραπεζικών συστημάτων.
 
 
Ο κ. Π. Ρουμελιώτης
Το έντονο ενδιαφέρον των Αμερικανών εισπράττει και ο νέος εκπρόσωπος της Ελλάδας στο ΔΝΤ, Παναγιώτης Ρουμελιώτης, ο οποίος φθάνει στην Ουάσιγκτον στις 7 Μαρτίου, λίγες ώρες πριν από τον πρωθυπουργό. «Από την πρώτη μέρα κατακλύστηκα από τηλεφωνήματα από τους Αμερικανούς συναδέλφους μου και το υπουργείο Οικονομικών», λέει στην «Κ». «Ηταν τεράστια η ανησυχία για αποσταθεροποίηση της Ευρωζώνης σε μια περίοδο που η αμερικανική οικονομία έπρεπε να σταθεροποιηθεί και να διατηρήσει την αναπτυξιακή της τροχιά. Η αμερικανική πλευρά έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να στηρίξει τα αιτήματα της Ελλάδας, όχι γιατί ήθελε να μας βοηθήσει, αλλά γιατί ήθελε να αποφύγει η ίδια τις καταστροφικές συνέπειες μιας απραξίας της Ε.Ε. στο ευρωσύστημα και κατ’ επέκταση στην παγκόσμια χρηματοοικονομική σταθερότητα».
Ο κ. Παπανδρέου επενδύει πολλά στη συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο. Γνωρίζει ότι ο πρόεδρος της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου είναι ο μόνος που μπορεί να ακούσει η Αγκελα Μέρκελ. Δεν είναι μια συνηθισμένη συζήτηση Ελληνα πρωθυπουργού με Αμερικανό πρόεδρο. Με την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα να απειλείται και την Ελλάδα να βρίσκεται στον πυρήνα της κρίσης, η ατμόσφαιρα είναι διαφορετική. Ο Μπαράκ Ομπάμα δεν κρύβει την ανησυχία του. Εμφανίζεται καλά ενημερωμένος, αλλά επανειλημμένα συμβουλεύεται τις κάρτες που κρατάει στα χέρια του αντλώντας στοιχεία από τις σημειώσεις που του έχει ετοιμάσει το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.
Με την άνεση που τον χαρακτηρίζει στη χρήση των αγγλικών, ο κ. Παπανδρέου μιλάει ως Ευρωπαίος ηγέτης του οποίου η χώρα έχει πέσει θύμα κερδοσκόπων. Φορτισμένος από το φάσμα της χρεοκοπίας που πλανάται απειλητικά πάνω από την Ελλάδα, κάνει δραματική έκκληση για από κοινού αντιμετώπιση του προβλήματος, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τις συνέπειες που έχουν για όλους, ακόμη και για τις ΗΠΑ, επενδυτικές δραστηριότητες που δεν υπόκεινται σε ελέγχους. Οι Αμερικανοί θέλουν να ακούσουν «από πρώτο χέρι» την ελληνική εκδοχή. Ο προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Ραμ Εμάνιουελ, κοιτάζει συνεχώς το Blackberry του, ενώ ρωτάει τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου: «Ωστε εσύ είσαι ο άνθρωπος με την πιο δύσκολη δουλειά στην Ευρώπη»!
Ο Ελληνας πρωθυπουργός μιλάει για συστημικό πρόβλημα στην Ευρωζώνη και αναφέρει τους δισταγμούς της γερμανικής κυβέρνησης. Ο Ομπάμα συμφωνεί και αναφέρεται σε ευρύτερες επιπτώσεις της ελληνικής κρίσης. Τη σκυτάλη παίρνει ο Γ. Παπακωνσταντίνου για να εξηγήσει συνοπτικά τα μέτρα που μόλις είχε ανακοινώσει η ελληνική κυβέρνηση. Ο Αμερικανός πρόεδρος τα χαρακτηρίζει «θαρραλέα», σημειώνοντας ότι πλέον εναπόκειται στην Ευρωζώνη να δείξει ότι θέλει να υπερασπιστεί το ευρώ. Εξηγεί ότι, κατά την άποψή του, το Βερολίνο καθυστερεί υπερβολικά να θέσει την κατάσταση υπό έλεγχο, και αφήνει να εννοηθεί πως θα τηλεφωνήσει στη Μέρκελ. Τέλος, διαβεβαιώνει ότι «αν οι Ευρωπαίοι συμφωνήσουν για εμπλοκή του ΔΝΤ, θα την εγκρίνουμε και εμείς».
Μετά τη συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο, ο κ. Παπανδρέου συμμετέχει μαζί με τον Αμερικανό πρόεδρο και τις συζύγους τους στον εορτασμό της ελληνικής ανεξαρτησίας στον Λευκό Οίκο. Η ατμόσφαιρα είναι ενθουσιώδης και ο Αμερικανός πρόεδρος δηλώνει ότι «ο πρωθυπουργός, όπως ο πατέρας του και ο παππούς του κατά το παρελθόν, ηγείται της Ελλάδας σε πολύ δύσκολους καιρούς», και διαμηνύει πως «ο ελληνικός λαός μπορεί να υπολογίζει πάντα στη φιλία και τη στήριξη της Αμερικής».
Μετά τον Λευκό Οίκο ο Γιώργος Παπανδρέου μεταβαίνει στο ξενοδοχείο Ritz Carlton, όπου έχει κλειστό δείπνο με ηγετικά στελέχη της ομογένειας και βλέπει τον πρώην πρόεδρο Μπιλ Κλίντον. Σε συζήτηση με την «Κ» λίγο πριν αδειάσει η αίθουσα για το δείπνο, ο κ. Κλίντον επιμένει ότι το πρόβλημα είναι ο τρόπος που οικοδομήθηκε το ευρώ και η απουσία κοινής οικονομικής πολιτικής, και πλέκει το εγκώμιο του Γιώργου Παπανδρέου με τον οποίο διατηρούσε προσωπική σχέση. Ο τελευταίος τον είχε, άλλωστε, φιλοξενήσει το 2003 στην Κω, στο συμπόσιο της Σύμης.
Ο Ελληνας πρωθυπουργός μίλησε επίσης στο Ιδρυμα Brookings. «Θα είναι πολύ δύσκολο να εφαρμόσουμε το μεταρρυθμιστικό μας πρόγραμμα εάν τα οφέλη από τα μέτρα λιτότητας απλώς εξανεμισθούν από τα απαγορευτικά επιτόκια», είπε απευθυνόμενος σε κυβερνητικούς αξιωματούχους και αναλυτές. Ο πρόεδρος του ιδρύματος, Στρόουμπ Τάλμποτ, ήταν πολύ φιλικός με τον κ. Παπανδρέου τον οποίο γνώριζε από παλιά. Τον υποδέχθηκε με εναγκαλισμό στον προαύλιο χώρο, τον προσφώνησε με θερμά λόγια και εξήρε τις προσπάθειές του.
Στη συνέχεια, ο Ελληνας πρωθυπουργός μετέβη στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όπου βρήκε πλήρη στήριξη και από τη Χίλαρι Κλίντον. Η χημεία ήταν άριστη και φάνηκε στην κοινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν στον έβδομο όροφο του κτιρίου στο Φόγκι Μπότομ. Η επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας διαχώρισε τον κ. Παπανδρέου από τους προκατόχους του, συγχαίροντάς τον «για την ταχύτητα με την οποία εφαρμόζει τις αλλαγές που επιβάλλονται με δεδομένες τις οικονομικές συνέπειες της δημοσιονομικής κατάστασης που κληρονόμησε». Η κ. Κλίντον σημείωσε ότι ο κ. Παπανδρέου «προσδοκά από τις ΗΠΑ να εργασθούν στο G20 για να επέλθουν αλλαγές στους κανόνες που διέπουν κάποια από αυτά τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία που έχουν χρησιμοποιηθεί όχι μόνον εις βάρος της Ελλάδας, αλλά και άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ». Η στήριξη είχε εξελιχθεί σε ταύτιση: «Ο πρωθυπουργός έλεγε ότι πριν από ένα χρόνο δεν είχε ακούσει ποτέ για τα CDS. Ε, λοιπόν, ούτε εμείς είχαμε ακούσει».
Το μήνυμα Γκάιτνερ
Το «ελληνικό ζήτημα» χειριζόταν ο υπ. Οικονομικών Τ. Γκάιτνερ, πρώην πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας της Νέας Υόρκης και βετεράνος της πτώχευσης της Lehman, που έβλεπε την Ελλάδα ως ενδεχόμενη κρατική εκδοχή της Lehman. Το μήνυμα που εξέπεμπαν ο ίδιος και η υφ. Οικονομικών αρμόδια για διεθνείς σχέσεις, Λαέλ Μπρέιναρντ, ήταν απλό: Τα μέλη της Ευρωζώνης έχετε παντρευτεί και περνάτε μια κρίση, αλλά πρέπει να μείνετε μαζί και να αντιμετωπίσετε τις δυσκολίες σας, ενώ καλό θα ήταν στην πορεία να μην τινάξετε την παγκόσμια οικονομία στον αέρα.
Γκάιτνερ και Μπρέιναρντ ήταν επίσης βετεράνοι της διάσωσης του Μεξικού το 1994 και της ασιατικής κρίσης (1997-98) και γνώριζαν ότι η χρηματοδοτική απάντηση σε τέτοιου είδους κρίσεις πρέπει να είναι συντριπτικού μεγέθους και οι όροι που επιβάλλονται να μην είναι τιμωρητικοί. Αυτό το μήνυμα προσπαθούσαν να μεταφέρουν στους Ευρωπαίους κάποιοι από τους οποίους έδειχναν διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν μια χρεοκοπία της Ελλάδας προκειμένου να αποσπάσουν σκληρούς όρους για το πρόγραμμα βοήθειας. Από τα τέλη Φεβρουαρίου, η κ. Μπρέιναρντ επικοινωνεί τηλεφωνικά 2-3 φορές την εβδομάδα με τον Γ. Παπακωνσταντίνου. «Αντέχετε; Είναι έτοιμοι οι Ευρωπαίοι;» είναι το σχεδόν μόνιμο ερώτημα προς τον κ. Παπακωνσταντίνου. Το ίδιο σταθερή είναι και η απάντηση της Αθήνας: «Εμείς το παλεύουμε, πιέστε και εσείς».
Δύο υποβαθμίσεις με συνέπειες
Δύο μήνες μετά το άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για την Ελλάδα, στις 10-11 Φεβρουαρίου, δύο εβδομάδες μετά το επίσημο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 25-26 Μαρτίου και τη συνάντηση κορυφής της Ευρωζώνης (στις 25), η Αγκελα Μέρκελ ήταν πλέον έτοιμη να μιλήσει για συγκεκριμένους αριθμούς.
Κάθε προηγούμενη προσπάθεια ανάσχεσης της πίεσης των αγορών προς τον αδύναμο κρίκο της νομισματικής ένωσης είχε αποτύχει. Η δέσμευση της 11ης Φεβρουαρίου –ότι «τα κράτη-μέλη θα αναλάβουν αποφασιστική και συντονισμένη δράση, εάν χρειασθεί, για να διασφαλίσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα στο σύνολο της Ευρωζώνης»– δεν είχε πείσει κανέναν.
Στη δήλωση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της νομισματικής ένωσης στις 25 Μαρτίου, αναφερόταν ότι «τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης είναι έτοιμα να συνεισφέρουν σε συντονισμένο διμερή δανεισμό, στο πλαίσιο δέσμης η οποία θα περιλαμβάνει ουσιαστική χρηματοδότηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και πλειοψηφική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση». Ο μηχανισμός αυτός είναι «έσχατο μέτρο» που θα «θέτει κίνητρα για επιστροφή στη χρηματοδότηση από τις αγορές το συντομότερο δυνατό, μέσω της κατάλληλης τιμολόγησης κινδύνων. Τα επιτόκια θα διαμορφώνονται με μη χαριστικούς όρους, δηλαδή δεν θα περιλαμβάνουν στοιχεία επιδότησης». Ούτε αυτό είχε αποδειχθεί αρκετό.
Μεγάλη Δευτέρα, 29 Μαρτίου, η Ελλάδα είχε επιχειρήσει νέα έξοδο στις αγορές για μακροχρόνιο δανεισμό. Οι προσφορές για τα επταετή ομόλογα είναι λίγες –η κυβέρνηση μετά βίας αντλεί τα 5 δισ. που αναζητούσε– και το επιτόκιο τσουχτερό (6%). Στις 9 Απριλίου, η Fitch υποβαθμίζει την πιστοληπτική ικανότητα των Ελλάδας κατά δύο βαθμίδες (BBB-), με αρνητική προοπτική. Είχε προηγηθεί, την 1η Απριλίου, η υποβάθμιση των εγχώριων συστημικών τραπεζών από τη Moody’s, το πλήγμα από την οποία είχε απαλυνθεί από την κρίσιμη απόφαση της ΕΚΤ λίγες ημέρες αργότερα να παρατείνει το έκτακτο καθεστώς αποδοχής ελληνικών ομολόγων ως ενεχύρων από τις ελληνικές τράπεζες για την παροχή ρευστότητας.
Την ημέρα της υποβάθμισης από τη Fitch η Γερμανίδα καγκελάριος, βλέποντας ότι οι ασαφείς διακηρύξεις δράσης δεν έκαναν τη δουλειά και υπό πολιορκία από τους Ευρωπαίους εταίρους, κυρίως τη Γαλλία και την Ιταλία, υποχωρεί και συντάσσεται με το νέο σχέδιο, που περιλαμβάνει πλέον αριθμούς. Με την ολοκλήρωση της Συνόδου Κορυφής του Μαρτίου, όπως δηλώνει στην «Κ» ο Γιοργκ Ασμουσεν, «γνωρίζαμε ότι ο μηχανισμός στήριξης θα έπρεπε να ενεργοποιηθεί». Στα μέσα Απριλίου, ήταν φανερό σε όλους ότι η ενεργοποίηση ήταν επικείμενη.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του νέου σχεδίου, οι χώρες της Ευρωζώνης θα παρείχαν διμερή δάνεια συνολικού ύψους 30 δισ. ευρώ στην Ελλάδα, με επιτόκια χαμηλότερα από αυτά που προσέφεραν στην παραπαίουσα χώρα οι αγορές (το ΔΝΤ προβλεπόταν να δώσει άλλα 15 δισ. σε αυτή τη φάση). Η κ. Μέρκελ ελπίζει ότι η δέσμευση σε συγκεκριμένα ποσά δανειακής στήριξης –που οριστικοποιούνται με τηλεδιάσκεψη μεταξύ των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης την Κυριακή 11 του μηνός– θα φέρει την πολυπόθητη νηνεμία στις αγορές. Οι εκλογές στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, από τις οποίες θα κριθεί η πλειοψηφία στην Μπούντεσρατ, το δεύτερο σώμα του γερμανικού Κοινοβουλίου, απέχουν πλέον λιγότερο από ένα μήνα. Το τελευταίο πράγμα που θέλει είναι η προεκλογική συζήτηση να επικεντρωθεί στον δανεισμό προς την Ελλάδα.
 
Τελικά, συνέβη ακριβώς αυτό, και τα ποσά υπό συζήτηση ήταν σχεδόν τριπλάσια από αυτά που δημοσιεύθηκαν στα μέσα Απριλίου. Ηταν το τίμημα της αναποφασιστικότητας της καγκελαρίου, η οποία δεν ήθελε να δανείσει την Ελλάδα αλλά δεν είχε το πολιτικό θάρρος να πει αυτά που έπρεπε ώστε να ηρεμήσουν οι αγορές και να αποφευχθεί η ενεργοποίηση του μηχανισμού.
Τα τεχνικά κλιμάκια έρχονται…
Μετά τη Σύνοδο Κορυφής, ξεκινάει η αντίστροφη μέτρηση και στην Αθήνα για την προσφυγή στον μηχανισμό. Τα τεχνικά κλιμάκια της τρόικας καταφθάνουν στις αρχές Απριλίου και αρχίζουν τις επισκέψεις στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και στην Τράπεζα της Ελλάδος για να ελέγξουν τα στοιχεία. Το έργο των τεχνικών κλιμακίων του ΔΝΤ, που βρίσκονται ήδη κάποιους μήνες στην Αθήνα εστιάζοντας σε θέματα διαχείρισης δημοσίων οικονομικών και φορολογικής διοίκησης, σε αυτή τη φάση ουσιαστικά συγχωνεύεται με αυτό της τρόικας. Τα κλιμάκια της τρόικας ενημερώνονται από τους ανθρώπους του Ταμείου για την απουσία μηχανισμών ελέγχου συγκράτησης δαπανών. Η τεχνική βοήθεια έχει αρχίσει να μεταλλάσσεται σε προπαρασκευή προγράμματος βοήθειας.
Καμία αλλαγή
«Οι πρώτες ομάδες του ΔΝΤ που έφθασαν στην Αθήνα και άρχισαν να ελέγχουν τα πράγματα πιο λεπτομερώς έπαθαν σοκ. Συνειδητοποίησαν ότι επί δεκαετίες δεν είχε αλλάξει τίποτε. Είχα έναν συνάδελφο τότε, ο οποίος είχε πάει στην Ελλάδα να αξιολογήσει το συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας το ’91-’92, που μου λέει “Θεέ μου, τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε!”», δηλώνει στην «Κ» ο Θανάσης Βαμβακίδης, στέλεχος τότε του Ταμείου.
Ο Πόουλ Τόμσεν έρχεται στην Αθήνα στα τέλη Μαρτίου. Ο Γ. Παπακωνσταντίνου θυμάται μια πρώτη ευρεία σύσκεψη με στελέχη της τρόικας και με τη συμμετοχή του κ. Τόμσεν στις 7 Απριλίου. «Καθόταν σιωπηλός και παρακολουθούσε τη συζήτηση. Δεν είχε ακόμα επίσημο ρόλο, οπότε απέφευγε να τοποθετηθεί», παρατηρεί στην «Κ» ο τότε υπουργός Οικονομικών. Καθώς οι ηγέτες της Ευρωζώνης μιλούν για πρόγραμμα 45 δισ. ευρώ, οι έρευνες των τεχνοκρατών στην Αθήνα αποκαλύπτουν το εύρος του προβλήματος, που θα οδηγήσει στη θεαματική διόγκωση της επίσημης χρηματοδότησης. Ιδιαίτερη εντύπωση προξενεί η αδυναμία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, με τις προτάσεις που είχε καταθέσει το Ταμείο το 2005 στην κυβέρνηση Καραμανλή να έχουν μείνει πλήρως ανεκμετάλλευτες.
Η πρώτη επίσημη συνάντηση του κ. Παπακωνσταντίνου με τους κ. Τόμσεν, Μαζούχ και Ντερούζ λαμβάνει χώρα στην οδό Νίκης στις 21 Απριλίου, δύο ημέρες πριν από την προσφυγή στον μηχανισμό. Τα spreads των ελληνικών ομολόγων, από 301 μονάδες βάσης αμέσως μετά τη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου, έχουν αναρριχηθεί στις 20 Απριλίου στις 462 μ.β. Επιπλέον, ο υπουργός γνωρίζει εδώ και τρεις εβδομάδες ότι την επόμενη μέρα η Eurostat θα αναθεωρήσει εκ νέου προς τα πάνω το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009. «Είχαμε μιλήσει τότε με τον Ολι Ρεν και προσπαθούσαμε να δούμε πώς θα το διαχειριζόμασταν», ανακαλεί ο κ. Παπακωνσταντίνου.
Η συζήτηση με τα στελέχη της τρόικας είναι λεπτομερής και αφορά τι θα περιλαμβάνει το πρόγραμμα, πόσο θα διαρκέσει κ.ο.κ. Οι εκπρόσωποι των επίσημων δανειστών τονίζουν την ανάγκη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (κλειστά επαγγέλματα, αγορά εργασίας). Στο ζήτημα του ρυθμού της δημοσιονομικής προσαρμογής, ωστόσο, ο κ. Παπακωνσταντίνου θυμάται μια πρώτη διαφοροποίηση μεταξύ ΔΝΤ και Κομισιόν: «Το Ταμείο θεωρούσε ότι δεν ήταν ρεαλιστικό να μειωθεί το έλλειμμα κάτω από 3% μέσα σε τρία χρόνια και πρότεινε να μας δοθεί ένας επιπλέον χρόνος». Τελικά, το πρόγραμμα θα προέβλεπε την επαναφορά κάτω από το όριο του 3% το 2014 ― σε πέντε χρόνια. Σχετικά με το χρέος, οι συνομιλητές του κ. Παπακωνσταντίνου καθιστούν σαφές ότι το πρόγραμμα δεν περιλαμβάνει πρόβλεψη αναδιάρθρωσης.
Στις 22 Απριλίου, η Eurostat ανακοινώνει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009, αντί για 12,7%, είναι 13,6% του ΑΕΠ, προσθέτοντας ότι «αβεβαιότητες» σχετικά με τα στοιχεία αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να αναθεωρηθεί ξανά ανοδικά, κατά μισή μονάδα επιπλέον. Είναι το τελευταίο καρφί στο φέρετρο. Τα spreads εκτινάσσονται στις 558 μονάδες βάσης. Ο Γιώργος Παπανδρέου ετοιμάζεται για την επίσκεψή του, την επόμενη ημέρα, στο ακριτικό Καστελλόριζο.

(Στην φωτογραφία : Η επίσημη φωτογραφία που διένειμε ο Λευκός Οίκος μετά τη συνάντηση του Γ. Παπανδρέου με τον Μπαράκ Ομπάμα στο Οβάλ Γραφείο, τον Μάρτιο του 2010. Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται καλά ενημερωμένος και δεν κρύβει την ανησυχία του)

 
Μία ημέρα πριν από το Καστελλόριζο…
 
Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010. Το μεσημέρι τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου φτάνουν ένα ένα στο πρωθυπουργικό γραφείο. Εχουν ειδοποιηθεί για μια άτυπη συνεδρίαση με θέμα την οικονομία, αλλά γρήγορα καταλαβαίνουν ότι το θέμα είναι άλλο.
«Δεν θυμάμαι ποτέ τέτοια ατμόσφαιρα σε υπουργικό συμβούλιο», λέει υπουργός με εμπειρία από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου. «Το Πρόγραμμα Σταθερότητας θέλει ριζική αναθεώρηση για τα έτη 2011, 2012 και 2013, καθώς δεν δημιουργεί καμία αξιοπιστία στις αγορές», λέει ο Γ. Παπακωνσταντίνου, ενώ στο μέτωπο των εσόδων τα νέα δεν είναι καλύτερα.
Η αύξηση του ΦΠΑ –ένα από τα βασικά μέτρα των προηγούμενων μηνών της κυβέρνησης– έχει φέρει αναιμικά έσοδα. Ο υπουργός Οικονομικών ενημερώνει ότι οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ ασκούν πιέσεις για επιπλέον μέτρα, ακόμα και στον ιδιωτικό τομέα. Η ατμόσφαιρα στην αίθουσα γίνεται σχεδόν πένθιμη. Είναι ξεκάθαρο πια ότι η προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης είναι θέμα ημερών, αλλά κανείς ακόμα δεν ξέρει το πότε. Υπάρχει παράλληλα μια αδικαιολόγητη προσδοκία από τα μέλη της κυβέρνησης ότι τα σκληρά μέτρα θα είναι σύντομης διάρκειας και από το 2011 θα είναι αισθητή η ανάκαμψη.
Το υπουργικό συμβούλιο είναι διχασμένο. Από τη μια, Λούκα Κατσέλη, Κατερίνα Μπατζελή, Αννα Διαμαντοπούλου, Γ. Ραγκούσης, Ευ. Βενιζέλος, Α. Λοβέρδος και Π. Μπεγλίτης είναι υπέρ της ενεργοποίησης του μηχανισμού εδώ και τώρα. Από την άλλη, Γ. Παπακωνσταντίνου και Θ. Πάγκαλος υποστηρίζουν ότι καλύτερα να παρθούν πρώτα τα μέτρα και μετά να προχωρήσουν στην ενεργοποίησή του. Ο πρωθυπουργός ακούει όλους και εκφράζει την ανησυχία του για τις επικείμενες εκλογές στη Γερμανία, στις 9 Μαΐου. Μήπως πρέπει να περιμένουν μέχρι τότε; Οπως έχει πει η Λούκα Κατσέλη, «κανένας δεν ήθελε να μπει σε ένα πρόγραμμα. Ολοι όμως εκείνη την ημέρα είχαν αντιληφθεί ότι αυτό ήταν μονόδρομος». Το βασικό σύννεφο που σκιάζει το συμβούλιο είναι το ομόλογο των 8,5 δισ. που θα έληγε σε λίγες εβδομάδες. Αν η Ελλάδα δεν κατάφερνε να το πληρώσει, χρεοκοπούσε, και εκείνη την ημέρα οι τιμές του σπρεντ βρίσκονταν στις 600 μονάδες, κάνοντας τον δανεισμό από τις αγορές άπιαστο όνειρο. Ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θ. Πάγκαλος έχει μιλήσει για τον πανικό που υπήρχε στο υπουργικό συμβούλιο. «Το τέρμινο το ταμειακό ερχότανε, το βλέπαμε. Επρεπε να βρεθούν χρήματα». Λίγοι ήταν εκείνοι στο τραπέζι του υπουργικού συμβουλίου που μπορούσαν τότε να παραδεχθούν ότι μέσα στις επόμενες 24 ώρες θα μπει ο επίλογος μιας ολόκληρης εποχής.
Μετά το υπουργικό συμβούλιο, ο Γ. Παπακωνσταντίνου μένει στο Μαξίμου με τον τότε πρωθυπουργό. Πρέπει να τον ενημερώσει για τις τελευταίες εξελίξεις, καθώς ο οίκος αξιολόγησης Moody’s έχει μόλις υποβαθμίσει για άλλη μία φορά την ελληνική οικονομία στην κατηγορία Α3 από Α2. Ο δανεισμός θα είναι απόλυτα ασφυκτικός. Κατά τη διάρκεια του άτυπου υπουργικού, ο κ. Παπακωνσταντίνου έχει αποχωρήσει δύο φορές καθώς δέχεται τηλεφωνήματα τόσο από τον Γερμανό όσο και από τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών. Ο κ. Σόιμπλε του λέει «εάν χρειαστεί να κινηθείτε, είμαστε έτοιμοι», ενώ ο κ. Γκάιτνερ είναι πιο προτρεπτικός: «Εφτασε η ώρα», του διαμηνύει. Ο πρωθυπουργός καταλαβαίνει εκείνη τη στιγμή ότι δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει μέχρι τις γερμανικές εκλογές, όπως πίστευε μέχρι προ ολίγου. Πρέπει να πάρει και ο ίδιος το πράσινο φως από το εξωτερικό, από Ουάσιγκτον, Παρίσι, Βερολίνο. «Αρχικά η Ελλάδα δεν ήθελε να ενταχθεί στο πρόγραμμα, αλλά οι άλλοι (Ευρωπαίοι) πίστευαν ότι η ώρα είχε έρθει για να ζητηθεί βοήθεια για την Ελλάδα από το Eurogroup», λέει ο πρόεδρος του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ.
Ειδοποίηση με sms
Την επόμενη ημέρα, λίγο μετά τις 8 το πρωί, τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου λαμβάνουν ένα sms. Η απόφαση έχει παρθεί από το προηγούμενο βράδυ. Ο μηχανισμός θα ενεργοποιηθεί σε μερικές ώρες. Παρά το υπουργικό συμβούλιο της προηγουμένης, οι περισσότεροι αιφνιδιάζονται, αλλά η πληροφορία παραμένει μυστική. Ο πρωθυπουργός ταξιδεύει μαζί με τη Λούκα Κατσέλη, τον Παύλο Γερουλάνο και άλλους υπουργούς στο ακριτικό Καστελλόριζο, επίσκεψη που έχει προγραμματιστεί από καιρό. Είναι η ονομαστική του εορτή και έτσι δέχεται ευχές και βγάζει φωτογραφίες με τους κατοίκους του ακριτικού νησιού.
Το κείμενο της δήλωσης του πρωθυπουργού γράφεται ενώ ο ίδιος είναι ήδη εκεί. Ο τότε υπουργός Πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος λύνει το μυστήριο του σκηνικού της δήλωσης του πρωθυπουργού με φόντο το ακριτικό Καστελλόριζο. «Η κάμερα, η οποία είχε στηθεί εκεί, ήταν για διαφορετικό σκοπό, και όταν ήρθε η πληροφορία ότι θα γίνει ανακοίνωση απ’ τον πρωθυπουργό, νομίζω ότι απλώς δεν ασχολήθηκε κανείς να αλλάξει το σκηνικό», λέει, ενώ πολλοί υποστηρίζουν ότι έγινε εκεί για να μην προκληθεί πανικός στην κοινή γνώμη και συγχρόνως να υποβαθμιστεί η απόφαση της προσφυγής.
«Είναι ανάγκη εθνική και επιτακτική να ζητήσουμε και επισήμως από τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση την ενεργοποίηση του μηχανισμού που από κοινού δημιουργήσαμε. Εχω ήδη δώσει εντολή στον υπουργό Οικονομικών να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες», λέει ο πρωθυπουργός σε ένα διάγγελμα-σταθμό στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.
Η Ελλάδα στο επίκεντρο της συνόδου του ΔΝΤ
Η ανακοίνωση του Γιώργου Παπανδρέου για την προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης συμπίπτει με την εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ που διεξάγεται στην Ουάσιγκτον. Ο Ελληνας υπ. Οικονομικών φτάνει στην αμερικανική πρωτεύουσα τα ξημερώματα της 24ης Απριλίου. Μόλις έχει στείλει την επιστολή με το επίσημο αίτημα ενεργοποίησης του μηχανισμού. Εξω από το ξενοδοχείο του, τον περιμένει δημοσιογράφος που τον ρωτά: «Θα πτωχεύσει η Ελλάδα;».
Στις 7 το πρωί, βλέπει τους Τρισέ, Ρεν και Στρος-Καν στο γραφείο του τελευταίου. Και οι τρεις τού τονίζουν ότι δεν τίθεται θέμα αναδιάρθρωσης του χρέους. Ο χρόνος πιέζει. Εξετάζουν το χρονοδιάγραμμα (ενόψει του ομολόγου 8,5 δισ. ευρώ που λήγει στις 19 Μαΐου) και εκφράζεται ανησυχία για τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες σε κάποιες χώρες. Συζητείται και το ενδεχόμενο μεταβατικής χρηματοδότησης από τους ΟΔΔΗΧ διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών, ως ύστατη λύση αν υπάρξουν διαδικαστικές καθυστερήσεις, και μόνο εφόσον θα έχει εγκριθεί το Μνημόνιο από το Eurogroup. Σε νέα συνάντηση, ο κ. Στρος-Καν διαμηνύει ότι το μόνο πράγμα που μπορεί να κλείσει την κουβέντα περί αναδιάρθρωσης είναι πολλά λεφτά στο τραπέζι και σκληρά μέτρα προσαρμογής.
Ο κ. Παπακωνσταντίνου συναντιέται και με τον Τίμοθι Γκάιτνερ. Είναι η πρώτη φορά σε σύνοδο του ΔΝΤ που Ελληνας υπ. Οικονομικών έχει διμερή συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του. Ο κ. Γκάιτνερ τονίζει και αυτός στον κ. Παπακωνσταντίνου ότι δεν τίθεται θέμα αναδιάρθρωσης. Η Lazard είχε προ ημερών καταθέσει πρόταση για αναδιάρθρωση του χρέους χωρίς «κούρεμα» (reprofiling), εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης. Την είχε δείξει ο Ματιέ Πιγκάς, κορυφαίο στέλεχος της εταιρείας, στον πρώην προϊστάμενό του, Ντ. Στρος-Καν, για να λάβει την απάντηση ότι δεδομένης της στάσης των Ευρωπαίων, δεν μπορεί να ανοίξει το κεφάλαιο διαχείρισης του χρέους.
Στην Ουάσιγκτον βρίσκονται οι υπουργοί Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες όλου του κόσμου. Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων. Στους διαδρόμους του ΔΝΤ επικρατεί αβεβαιότητα και νευρικότητα. Ενώ ο Ολι Ρεν τονίζει ότι ο μηχανισμός θα ήταν έτοιμος να ενεργοποιηθεί στις αρχές Μαΐου, το Ταμείο ήθελε να γνωρίζει εκ των προτέρων τα ακριβή ποσά που θα καταβάλλονταν, κάτι που δεν ήταν ακόμα σαφές.
«Μπαίνουμε σε αχαρτογράφητα νερά», λέει τις ημέρες εκείνες στην «Κ» υψηλόβαθμο στέλεχος του ΔΝΤ. Περιμένοντας το ασανσέρ στο υπόγειο του κτιρίου όπου βρισκόταν τότε το κέντρο Τύπου αλλά και οι αίθουσες συνεντεύξεων, η «Κ» συναντά τον Ντομινίκ Στρος-Καν. Οταν του επισημαίνεται ότι μιλάει με Ελληνα δημοσιογράφο, ο γενικός διευθυντής του ΔΝΤ σφίγγει τα χείλη, σαν να λέει «λυπάμαι», και σκύβει το κεφάλι.
Ο κ. Παπακωνσταντίνου είναι περιζήτητος. Οι υπεύθυνοι του ΔΝΤ αναγκάζονται να αλλάξουν την αίθουσα που θα έδινε συνέντευξη Τύπου, καθώς το ενδιαφέρον των διεθνών μέσων ενημέρωσης είναι στραμμένο στην Ελλάδα. Ο Ντομινίκ Στρος-Καν περνάει σε δεύτερη μοίρα. Ο γενικός διευθυντής του Ταμείου θα μιλούσε σε μικρότερη αίθουσα. «Ολοι θέλουν να ακούσουν τον υπουργό σας», ψιθυρίζει αμήχανα η υπεύθυνη Τύπου.
Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου δίνει επικοινωνιακό ρεσιτάλ. Απαντά σε άπταιστα αγγλικά και γαλλικά στον καταιγισμό επιθετικών ερωτήσεων. Δίπλα του είναι ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στο Ταμείο, Π. Ρουμελιώτης. Η αίσθηση εκείνες τις δραματικές ώρες ήταν πως η συνεργασία τους ήταν αγαστή. Αργότερα θα αποκαλυπτόταν η σύγκρουση για τους χειρισμούς που ακολούθησαν και κυρίως για το αν έπρεπε να επιμείνει η ελληνική πλευρά σε αναδιάρθρωση του χρέους.
Κατά την έξοδό του από την αίθουσα ο Γ. Παπακωνσταντίνου περπατάει με γρήγορα βήματα. Τον περιβάλλουν Ελληνες δημοσιογράφοι. Ενας εξ αυτών τον συγχαίρει: «Ως Ελληνας σήμερα ήμουν υπερήφανος για τον τρόπο που χειριστήκατε τις επιθέσεις τους στην αίθουσα».
Δύο Γάλλοι στο Βερολίνο
Η ενεργοποίηση του μηχανισμού έχει φέρει την Αγκελα Μέρκελ σε δύσκολη θέση, καθώς το μέγεθος της γερμανικής συνδρομής διογκώνεται κάθε μέρα που περνάει. Στο Κοινοβούλιο, η αντιπολίτευση (SPD και Πράσινοι) κατακεραυνώνει την καγκελάριο για τη διστακτικότητα που έχει επιδείξει. Ακόμα και στο κυβερνητικό στρατόπεδο, ιδιαίτερα στις τάξεις του φιλελεύθερου FDP, οι αμφιβολίες για τη δανειακή στήριξη της Ελλάδας είναι έντονες. Στις 27 Απριλίου, εν μέρει εξαιτίας της αναποφασιστικότητας των Γερμανών, η Standard & Poor’s πετάει στα σκουπίδια τα ελληνικά ομόλογα (τα αξιολογεί ως «junk»), προκαλώντας πανικό στις αγορές.
Σε αυτές τις συνθήκες, καταφθάνουν στο Βερολίνο στις 28 Απριλίου ο Ντομινίκ Στρος-Καν και ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ για να εξηγήσουν στους Γερμανούς βουλευτές τη σημασία –για την ευρωπαϊκή και τη διεθνή οικονομία– της διάσωσης της Ελλάδας. «Χρειαζόταν κάποιος που θα έδινε την ευρύτερη προοπτική. Η Κομισιόν δεν απολάμβανε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη μεταξύ των Γερμανών πολιτικών. Ο Τρισέ όμως ήταν εξαιρετικά σεβαστός, όπως και ο Στρος-Καν, που μιλούσε και άπταιστα γερμανικά», δηλώνει στην «Κ» ο Γιοργκ Ασμουσεν, αναπληρωτής υπ. Οικονομικών της Γερμανίας τότε. «Ηταν δύσκολο να εξηγηθεί ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης σε μια χώρα που δεν είχε μεταπολεμικά εμπειρία χρηματοπιστωτικών κρίσεων», σημειώνει ο Λορέντζο Μπίνι Σμάγκι, μέλος τότε της εξαμελούς εκτελεστικής επιτροπής της ΕΚΤ. «Υπήρχαν σημαντικοί Γερμανοί βουλευτές που θεωρούσαν ότι μπορούσε η Ελλάδα να χρεοκοπήσει και να φύγει από το ευρώ χωρίς να υπάρξουν ιδιαίτερες περαιτέρω συνέπειες», συμπληρώνει.
Οι πιο κρίσιμες συναντήσεις γίνονται στο ίδιο το υπουργείο. Βουλευτές που διαλαλούσαν στεντορείως στις γερμανικές εφημερίδες ότι δεν πρόκειται να εγκρίνουν οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα ακούν συνεσταλμένα τους δύο Γάλλους αξιωματούχους. Σύμφωνα με τον κ. Ασμουσεν, ήταν το «σημείο καμπή» για τη στάση της Μπούντεσταγκ στο πρώτο ελληνικό πακέτο.
Το πρώτο Μνημόνιο αρχίζει να γράφεται
Οι εκπρόσωποι της τρόικας βρίσκονται ήδη στην Αθήνα και οι διαπραγματεύσεις έχουν ξεκινήσει. Το Μνημόνιο πρέπει να γραφτεί και να ψηφιστεί σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες. Σε όλους όσοι κάθονται στο τραπέζι υπάρχει η αίσθηση του επείγοντος. Οπως έχει πει ο Πόουλ Τόμσεν στους «Νέους Φακέλους», δεν ήταν μία πολιτικά δύσκολη διαπραγμάτευση. «Πιθανόν να βαριόσασταν αυτές τις συζητήσεις, ήταν πολύ τεχνικές», έχει δηλώσει χαρακτηριστικά. Το Μνημόνιο αρχίζει και γράφεται, αλλά όχι εκ του μηδενός.
Εκτός του ελάχιστου χρόνου για τη συγγραφή του Μνημονίου, υπάρχει και το πρόβλημα της συμβατότητας, θυμάται ο Γ. Παπακωνσταντίνου. Το ΔΝΤ λόγω της εμπειρίας του καθοδηγεί τις συζητήσεις, αλλά κάθε φορά που υπάρχουν διαφωνίες οι συνομιλίες διακόπτονται για να τα βρουν μεταξύ τους τα μέλη της τρόικας.
Η περίοδος προσαρμογής
Η πρώτη μεγάλη διαφωνία αφορά την περίοδο δημοσιονομικής προσαρμογής. Η Κομισιόν (με τον φόβο των Γερμανών) επιμένει στην τριετία, όπως οριζόταν και στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης του Ιανουαρίου. Το ΔΝΤ, όπως και η κυβέρνηση, πιέζουν για μεγαλύτερη περίοδο. Ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης θυμάται τον Στρος-Καν να τον καλεί στο γραφείο του και σε δραματικούς τόνους να τον ρωτάει: «Τι περιμένουν οι Ευρωπαίοι; Να πάρει φωτιά όλη η Ευρωζώνη;». Τελικά συμφωνείται να ληφθούν μέτρα που θα μειώσουν το έλλειμμα «αρκετά κάτω από το 3%» του ΑΕΠ ώς το 2014, όπως θα γραφτεί στο τελικό κείμενο.
Εκεί που βρίσκεται κοινός τόπος είναι στην εμπροσθοβαρή φύση της λιτότητας, βάσει της οποίας το έλλειμμα θα μειωνόταν από 13,6% του ΑΕΠ (που υπολογιζόταν τότε) σε 8,1% εντός του 2010. Σε αυτό συμφωνεί και η ελληνική πλευρά, θεωρώντας ότι αν σφίξει η κυβέρνηση τα δόντια κατά το τρέχον έτος, θα μπορέσει η οικονομία να ανασάνει το 2011 (τα πράγματα, φυσικά, δεν εξελίχθηκαν έτσι). Η προσαρμογή για το 2010 καθίσταται ακόμη πιο δυσχερής εξαιτίας του γεγονότος ότι η τρόικα, κυρίως ο κ. Τόμσεν, απορρίπτουν την καταγραφή επιπλέον εσόδων από την πάταξη της φοροδιαφυγής για το έτος αυτό, με το επιχείρημα ότι η ανασύνταξη της φορολογικής διοίκησης παίρνει καιρό.
Εκείνες τις μέρες, ο πρωθυπουργός συναντιέται με τους κοινωνικούς εταίρους, οι οποίοι δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι η λιτότητα είναι αναπόφευκτη. Η ΓΣΕΕ λέει «όχι» στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Μία από τις πιο δύσκολες συζητήσεις που γίνονται με την τρόικα αφορά την περικοπή του 13ου και του 14ου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, όπως είχε ήδη συμφωνηθεί για τον δημόσιο τομέα και για τους συνταξιούχους κάτω των 60 ετών. Οι τρεις εκπρόσωποι των επίσημων δανειστών επιμένουν στο σημείο αυτό, αλλά η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι αυτό θα επιφέρει συντριπτική ύφεση. Τελικά, το μέτρο δεν συμπεριλαμβάνεται στο Μνημόνιο.
Το Δημόσιο και ο χρόνος
Το άμεσο κλείσιμο δημοσίων φορέων, που θα μπορούσε να ελαφρύνει τις οριζόντιες περικοπές, έχει αποκλειστεί από την αρχή. Επιπλέον, στον δημόσιο τομέα δεν θα γίνει καμία απόλυση. Ο Γ. Παπακωνσταντίνου υποστηρίζει ότι παρ’ όλο που υπάρχει διάθεση να μειωθεί το κράτος, ο βασικός παράγοντας που αποτρέπει την κυβέρνηση από το να λάβει πιο δραστικά μέτρα είναι ένας: ο χρόνος. «Και οι ίδιοι οι συνομιλητές μας έλεγαν ότι ακόμα και αν είχατε το τέλειο κράτος, δεν μπορείτε να πάτε να κλείσετε φορείς μέσα σε 3-4 μήνες. Παίρνει χρόνο. Αρα θα ξεκινήσουμε με το κόψιμο των μισθών, με τη μείωση των λειτουργικών δαπανών, με όλα αυτά που μπορούν να γίνουν τώρα» («Νέοι Φάκελοι»). Για τον κ. Τόμσεν, όμως, δεν ήταν μόνο θέμα χρόνου, αλλά και του γεγονότος ότι τα 2/3 των πρωτογενών δαπανών ήταν μισθοί και συντάξεις («δεν θα μπορούσαμε να αποφύγουμε δύσκολα πράγματα», όπως είπε στους «Νέους Φακέλους»).
Οι εξελίξεις είναι τόσο γρήγορες, που το υπουργείο Οικονομικών δεν έχει τα περιθώρια να διαπραγματευθεί όπως θα ήθελε. «Ως υπουργοί, είχαμε το κείμενο του Μνημονίου, μερικές ώρες πριν να βγει. Και θυμάμαι το Σάββατο εκείνο [1 Μαΐου], ένα ολόκληρο πρωί να κοιτάζουμε ο καθένας μας τις ρυθμίσεις που αφορούν το δικό του υπουργείο. Δεν είχαμε μια συνολική εικόνα», θυμάται η τότε υπουργός Οικονομίας Λούκα Κατσέλη.
Στα τελικά μέτρα περιλαμβάνεται επιπλέον «ψαλίδι» στο επίδομα ανεργίας, αύξηση του ορίου απολύσεων και μείωση της αποζημίωσης, τριετές πάγωμα μισθών, μειώσεις συντάξεων και έκτακτη εισφορά στις επιχειρήσεις για τρία χρόνια. Περιλαμβάνεται επίσης μία σειρά από διαρθρωτικά μέτρα, από τη φορολογική διοίκηση ώς την αγορά εργασίας και το άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων. Αυτά τα τελευταία θα αποτελέσουν την «αχίλλειο πτέρνα» της εφαρμογής του προγράμματος.
Οσο για τις προγνώσεις στις οποίες βασίστηκε το πρόγραμμα, το αρχικό Μνημόνιο προέβλεπε ύφεση 4% το 2010 και 2,5% το 2011, αλλά επιστροφή στην ανάπτυξη ήδη από το 2012 (1,1%). Για την ανεργία, η επίσημη προσδοκία ήταν ότι θα κορυφωθεί το 2012, στο 15,3%.

(Στην φωτογραφία : Απρίλιος 2010, οι υπεύθυνοι του ΔΝΤ αναγκάζονται να αλλάξουν την αίθουσα που θα έδινε συνέντευξη Τύπου ο τότε υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, καθώς το ενδιαφέρον των διεθνών μέσων ενημέρωσης είναι στραμμένο στην Ελλάδα. Αριστερά, ο κ. Γ. Ζαννιάς και δεξιά, ο εκπρόσωπος στο Ταμείο κ. Π. Ρουμελιώτης)

 
Με 172 «ναι», αλλά χωρίς συναίνεση
 
Είναι 1η Μαΐου, επέτειος της εργατικής Πρωτομαγιάς. Η συμφωνία της κυβέρνησης με την τρόικα, για ένα πρόγραμμα που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί φιλεργατικό, έχει σχεδόν κλείσει. Το υπουργείο Οικονομικών έχει αποκλειστεί από διαδηλωτές, με αποτέλεσμα ο Γ. Παπακωνσταντίνου, ο Φ. Σαχινίδης και οι τρεις εκπρόσωποι των επίσημων δανειστών της Ελλάδας να μετακομίσουν για την ημέρα στο υπουργείο Περιβάλλοντος στη λεωφόρο Μεσογείων. Με εντολή του Γ. Παπανδρέου, καταφθάνουν σε άλλη αίθουσα του ίδιου κτιρίου οι Χ. Παμπούκης, Ευ. Βενιζέλος και Λούκα Κατσέλη, για να ελέγξουν το τελικό κείμενο του Μνημονίου για τυχόν παραλείψεις ή επικίνδυνες διατυπώσεις. Για περίπου πέντε ώρες, ο κ. Παπακωνσταντίνου πηγαινοέρχεται από τη μία αίθουσα στην άλλη.

Την επόμενη ημέρα, συγκαλείται άτυπο υπουργικό για την έγκριση του Μνημονίου. Το κλίμα είναι βαρύ και η συνεδρίαση διαρκεί πάνω από οκτώ ώρες, αλλά δεν εκφράζονται διαφωνίες επί της ουσίας. Στη συνέχεια ο κ. Παπακωνσταντίνου ανακοινώνει τα μέτρα δημοσίως. Στη συνέντευξη Τύπου, που δείχνει να έχει προσελκύσει το σύνολο του διεθνούς Τύπου, Βρετανός δημοσιογράφος του Channel Four ρωτάει τον Ελληνα υπουργό: «Πώς νιώθετε που είστε ο πιο μισητός άνθρωπος στην Ελλάδα;».

Τη Δευτέρα, ο κ. Παπακωνσταντίνου ταξιδεύει στις Βρυξέλλες, όπου το Eurogroup εγκρίνει το ελληνικό Μνημόνιο. Ο Ολι Ρεν δηλώνει στη συνεδρίαση ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας ώς τα μέσα του 2013 είναι 150 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 110 θα καλυφθούν από το δανειακό πρόγραμμα και τα υπόλοιπα από την επάνοδο της Ελλάδας στις αγορές. Είναι η πρώτη φορά που ορίζεται επισήμως το μέγεθος της δανειακής σύμβασης.

Στην Αθήνα έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την ψηφοφορία στη Βουλή, χωρίς την οποία όλα αυτά είναι θεωρητικά. Μια σειρά μελών του υπουργικού συμβουλίου έχει αναλάβει να ενημερώσει τους βουλευτές της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ για το Μνημόνιο. Οι αντιδράσεις είναι πολύ περιορισμένες. Κυριαρχεί ο φόβος της άτακτης χρεοκοπίας και μια αίσθηση ανακούφισης ότι το πρόγραμμα θα την αποτρέψει.

Το μοιραίο «όχι»

Στα γραφεία της Ν.Δ. στη Ρηγίλλης αλλά και στις συναντήσεις που έχει ο Αντ. Σαμαράς στο σπίτι του στην Κηφισιά, κρατάει τα χαρτιά του κλειστά. Εχει να πάρει μια απόφαση που θα καθορίσει τον ίδιο, το κόμμα αλλά και τις πολιτικές εξελίξεις των επόμενων ετών στη χώρα.

Την ίδια στιγμή, η Ντόρα Μπακογιάννη, από το γραφείο της στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, τηλεφωνεί σε Ευρωπαίους συναδέλφους της. Της μεταφέρουν ότι υπάρχει μεγάλη δυσκολία στα Κοινοβούλιά τους για την έγκριση δάνειου προς την Ελλάδα. «Μην είσαστε τρελοί, βεβαίως πρέπει να ψηφίσετε για τη χώρα μου αυτή τη στιγμή!», τους λέει η πρώην υπουργός Εξωτερικών.

Οι δισταγμοί του κ. Σαμαρά έχουν διαρρεύσει και η κ. Μπακογιάννη τον παίρνει τηλέφωνο, για πρώτη φορά μετά τις εσωκομματικές εκλογές του Νοεμβρίου. «Τον πήρα δύο φορές, την τρίτη φορά τον βρήκα. Ηταν Σάββατο και του λέω “θέλω να σε δω”», θυμάται. Δύο ημέρες αργότερα φτάνει στη Ρηγίλλης. Εχει μόλις κάνει χειρουργική επέμβαση στο πόδι, οπότε η συνάντηση γίνεται στο ισόγειο. «Ξέχνα οτιδήποτε υπάρχει μεταξύ μας, αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε ένα τέλμα. Ο Παπανδρέου έκανε απίστευτα πράγματα αυτούς τους έξι μήνες, αλλά αναμφισβήτητα 30 χρόνων αμαρτίες πληρώνουμε», του λέει, προτείνοντας να υπερψηφίσει η Ν.Δ. τη δανειακή σύμβαση και να καταψηφίσει τα επιμέρους μέτρα. Ο κ. Σαμαράς, χωρίς να την κοιτάξει, απαντά: «Σε άκουσα».

Οι στενοί συνεργάτες του αρχηγού της Ν.Δ. διαβάζουν μέσα σε ένα τριήμερο το Μνημόνιο και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «είναι λάθος και δεν επουλώνεται με ημίμετρα», όπως θα πει αργότερα ένας εξ αυτών, ο Χρ. Λαζαρίδης. Ο κ. Σαμαράς παίρνει την απόφαση και πέντε ημέρες πριν από την ψηφοφορία μπαίνει στο γραφείο του κ. Λαζαρίδη και του το ανακοινώνει: «Θα πούμε όχι ― σε όλα». Στις τρεις του μηνός, 11 το βράδυ (για να προλάβει τη γενική απεργία της επόμενης ημέρας), το ανακοινώνει.

Στη γενική απεργία, μία ημέρα πριν από την ψηφοφορία, η συμμετοχή είναι μαζική. Λίγο πριν η πορεία φτάσει στο Σύνταγμα, κουκουλοφόροι που προπορεύονται ρίχνουν βόμβα μολότοφ σε υποκατάστημα της τράπεζας Marfin. Τρεις εργαζόμενοι βρίσκουν τον θάνατο. Το κλίμα παγώνει.

Εκείνο το βράδυ, ενώ ο αρχηγός του ΛΑΟΣ Γ. Καρατζαφέρης αποφασίζει ότι το κόμμα του θα πει «ναι», η κ. Μπακογιάννη προειδοποιείται από τον γραμματέα της Κ.Ο. Κώστα Τασούλα ότι αν ψηφίσει υπέρ, θα διαγραφεί από τη Ν.Δ. Είναι όμως αδύνατο γι’ αυτήν να αλλάξει απόφαση. Το βασικό της επιχείρημα είναι ότι δεν μπορεί να ζητάει από Ευρωπαίους να στηρίξουν τη βοήθεια προς την Ελλάδα έχοντας η ίδια ψηφίσει κατά.

Την ημέρα της ψηφοφορίας, ο Χάρης Παμπούκης έχει καταλήξει ότι πρέπει η κυβέρνηση να επιδιώξει αυξημένη πλειοψηφία 180 ψήφων. Η αίσθησή του είναι ότι η κρίση θα έχει μεγάλη διάρκεια και ότι θα συμπαρασύρει όλο το πολιτικό κατεστημένο, συνεπώς απαιτείται η μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση για να σταθεί το πρόγραμμα. Επιπλέον, γνωρίζει ότι τουλάχιστον 40 βουλευτές της Ν.Δ. προτίθενται, αν απαιτηθεί αυξημένη πλειοψηφία, να υπερψηφίσουν το νομοσχέδιο.

Οδεύοντας προς το γραφείο του πρωθυπουργού στη Βουλή για να τον ενημερώσει, συναντιέται με τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Αφού τον ενημερώνει, ο υπουργός Αμυνας λέει ότι είναι της ιδίας άποψης, και πηγαίνουν μαζί στον κ. Παπανδρέου, ο οποίος πείθεται. Ο πρωθυπουργός θα έχει μια δεύτερη σύσκεψη με στενούς συνεργάτες και τους κ. Παπακωνσταντίνου και Ραγκούση.

Παράλληλα, η προετοιμασία για την ανακοίνωση της πλειοψηφίας των 180 ξεκινάει. Αποσύρεται ως ομιλητής ο κ. Ρόβλιας και τη θέση του παίρνει ο κ. Βενιζέλος, οδηγώντας σε διαμαρτυρίες βουλευτές της Ν.Δ., που υποψιάζονται τι πρόκειται να συμβεί. Ο κ. Βενιζέλος αφήνει να εννοηθεί τι επίκειται, ενώ ο κ. Παμπούκης ετοιμάζει το κείμενο με το οποίο θα ανακοινώσει τους νέους όρους της ψηφοφορίας. Θα ρωτήσει: «Υπάρχει έστω και ένας βουλευτής που, παρότι δεν το επιτάσσει το Σύνταγμα, καθώς δεν υπάρχει εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας, δεν πιστεύει ότι πρέπει να αναζητηθεί αυξημένη πλειοψηφία και ευρύτερη συναίνεση;».

Οι λέξεις αυτές δεν θα ακουστούν ποτέ. Στη δεύτερη σύσκεψη, οι συνεργάτες του Γ. Παπανδρέου τον πείθουν να μείνει στην απλή πλειοψηφία. Τονίζεται ο φόβος καταψήφισης του νομοσχεδίου. Ο Γ. Ραγκούσης θα πει στον Χ. Παμπούκη αμέσως μετά ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να αναλάβει το ιστορικό φορτίο της διάσωσης της χώρας.

Το Μνημόνιο ψηφίζεται τελικά με 172 ψήφους, μεταξύ των οποίων και αυτήν της κ. Μπακογιάννη, η οποία διαγράφεται από τη Ν.Δ. Η συναίνεση, εφικτή σε πιστώτριες και δανειολήπτριες χώρες ανά την Ευρωζώνη, αποδεικνύεται ξανά πέραν των δυνατοτήτων του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Η θύελλα στις αγορές και η αναποφασιστικότητα των Ευρωπαίων εταίρων

Η κυβέρνηση Μέρκελ, τη Δευτέρα 3 Μαΐου, εγκρίνει τη συνεισφορά της στο πακέτο διάσωσης, ύψους 22,4 δισ. ευρώ (η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης). Καθώς όμως πλησιάζει η 7η Μαΐου –ημερομηνία της ψηφοφορίας στην Μπούντεσταγκ και της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης για την τυπική έγκριση του ελληνικού προγράμματος– η θύελλα στις αγορές ενισχύεται.

Το ευρώ υποτιμάται κατά 5% έναντι του δολαρίου μεταξύ 3-7 Μαΐου. Τα spreads στην ευρωπαϊκή περιφέρεια αυξάνονται επικίνδυνα, με τη Moody’s (6 Μαΐου) να προειδοποιεί για κίνδυνο μετάδοσης σε Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο. «Μέσα σε λίγες μέρες, από εκεί που εστιάζαμε σε μία χώρα, έπρεπε να κινητοποιηθούμε για να αντιμετωπίσουμε ένα συστημικό πρόβλημα», θυμάται ο κ. Ασμουσεν.

Η πίεση είναι πλέον αφόρητη. Στην επίσημη συνάντηση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ το πρωί της Πέμπτης στη Λισσαβώνα, δεν συζητείται το ενδεχόμενο παρέμβασης στη δευτερογενή αγορά ομολόγων. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, ωστόσο, καθώς ο δείκτης Dow Jones στη Wall Street σημειώνει τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση στην ιστορία του, εν μέρει λόγω ενός τεχνικού σφάλματος, συγκαλείται νέα συνεδρίαση και το ζήτημα τίθεται επί τάπητος.

Ο κ. Τρισέ έχει αποφασίσει ότι δεν μπορεί να αποφευχθεί η παρέμβαση της ΕΚΤ. Για να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της όμως, αλλά και να θέσει τους πολιτικούς προ των ευθυνών τους, επιμένει σε δύο προϋποθέσεις: να δεσμευτούν πρώτα τα κράτη-μέλη στη δημιουργία ενός στιβαρού μηχανισμού διάσωσης και να προχωρήσουν οι χώρες της περιφέρειας σε αξιόπιστα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής. Η γραμμή αυτή, την οποία θα αναπτύξει δυναμικά στη Σύνοδο Κορυφής την Παρασκευή, κάμπτει τις αντιρρήσεις του προέδρου της Bundesbank Αξελ Βέμπερ. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές μάλιστα, ο ίδιος ο κ. Βέμπερ είναι που προτείνει την αγορά ομολόγων στη δραματική δεύτερη συνεδρίαση.

Την Παρασκευή οι ηγέτες της Ευρωζώνης καταφθάνουν στις Βρυξέλλες. Οι διαβουλεύσεις είναι φρενήρεις ― ο κ. Ομπάμα τηλεφωνεί στην κ. Μέρκελ, η καγκελάριος και ο κ. Σαρκοζί δημοσιεύουν κοινή επιστολή για την οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης, οι υπουργοί Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες του G7 διεξάγουν τηλεδιάσκεψη με θέμα την αναχαίτιση της ελληνικής κρίσης. Λίγο πριν από τη σύνοδο, ο Ζ.-Μ. Μπαρόζο ανακοινώνει ότι η Κομισιόν θα παράσχει 60 δισ. ευρώ για κράτη-μέλη της Ευρωζώνης που έχουν ανάγκη. Ο αριθμός δεν εντυπωσιάζει κανέναν.

Επί της αρχής

Κινητοποιημένοι από τον κ. Τρισέ, οι ηγέτες συμφωνούν επί της αρχής στη δημιουργία ενός μηχανισμού, αλλά αφήνουν τις λεπτομέρειες για τη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών την Κυριακή. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ, με την υποστήριξη της κ. Μέρκελ, υπερασπίζεται σθεναρά την ανεξαρτησία της τράπεζας έναντι της απαίτησης του Νικολά Σαρκοζί να παρέμβει στην αγορά ομόλογων ― παρότι και οι δύο συμφωνούν με τον Γάλλο πρόεδρο ότι είναι ο μόνος άμεσος τρόπος αντιμετώπισης του πανικού.

Την Κυριακή κορυφώνεται το δράμα. Ο Σόιμπλε οδηγείται στο νοσοκομείο λόγω αλλεργικής αντίδρασης σε φαρμακευτική ουσία. Αποφασίζεται να τον αντικαταστήσει ο –έμπιστος της καγκελαρίου– υπουργός Εσωτερικών Τόμας ντε Μεζίερ. Ετσι, ενώ στη Β. Ρηνανία-Βεστφαλία η γερμανική κυβέρνηση χάνει την πλειοψηφία στην Μπούντεσρατ, στις Βρυξέλλες η συνάντηση ξεκινάει κατά τις 3, με τον Γιοργκ Ασμουσεν να καθυστερεί τις διαδικασίες ώσπου να φτάσει, μετά τις 8, ο κ. Ντε Μεζίερ. Για τον Ελληνα υπουργό Οικονομικών, είναι η πρώτη ευρωπαϊκή συνάντηση που δεν βρίσκεται στο στόχαστρο. «Είναι η πρώτη βραδιά που δεν έχεις να ανησυχείς για τίποτα», του λέει ένας ομόλογός του.

Εκτός φυσικά από την κατάρρευση του ευρώ. Οι Γερμανοί επιμένουν μέχρι την ύστατη ώρα σε έναν μηχανισμό τύπου Ελλάδας, με διμερή δάνεια. Χώρες όπως η Ιταλία διαφωνούν, γιατί κάτι τέτοιο θα επιδείνωνε την υπερχρέωσή τους. Γύρω στα μεσάνυχτα, καθώς ξεκινάει το trading στο Σίδνεϊ, αρκετοί κυριεύονται από τον τρόμο της αποτυχίας. Η Κριστίν Λαγκάρντ, για να ηρεμήσει τα πνεύματα, δηλώνει ότι «με όλο τον σεβασμό στους Αυστραλούς φίλους μας, η πραγματική προθεσμία είναι η Ιαπωνία». Το χρηματιστήριο του Τόκιο ανοίγει στις 2 π.μ. ώρα Βρυξελλών.

Η λύση –η δημιουργία ενός «οχήματος ειδικού σκοπού» με τη στήριξη εγγυήσεων ύψους 440 δισ. ευρώ από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης–  έρχεται από τον διευθυντή διεθνών οικονομικών σχέσεων του ολλανδικού Υπ. Οικονομικών, Μάαρτεν Βέργουει, την τελευταία στιγμή. Μαζί με τα 60 δισ. της Κομισιόν και άλλα 250 από το ΔΝΤ, θα αποτελέσουν τον EFSF ― τον (προσωρινό) πρώτο μηχανισμό διάσωσης της Ευρωζώνης.

Η ΕΚΤ, τα ομόλογα, η εκταμίευση της πρώτης δόσης

Στις 10 Μαΐου η ΕΚΤ, παρά τις αντιδράσεις του κ. Βέμπερ, ο οποίος την επομένη της συνεδρίασης της 7ης Μαΐου άλλαξε γνώμη και τάχθηκε εκ νέου κατά της παρέμβασης, ανακοινώνει ότι θα αγοράσει ομόλογα για να «διασφαλίσει το βάθος και τη ρευστότητα σε εκείνα τα τμήματα της αγοράς που είναι δυσλειτουργικά». Στις επόμενες εβδομάδες, η κεντρική τράπεζα αγοράζει τόσο ελληνικά όσο και πορτογαλικά και ιρλανδικά ομόλογα.

Την προηγούμενη ημέρα, ενώ εξελίσσεται ο χαοτικός μαραθώνιος στον τερματισμό του οποίου προκύπτει ο EFSF στις Βρυξέλλες, στην Ουάσιγκτον, στο εκτελεστικό συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την έγκριση του ελληνικού προγράμματος, διεξάγεται ακόμη μία κρίσιμη συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής αγοράς κρατικών ομολόγων. Η Γερμανία και η Γαλλία ήθελαν να διασφαλίσουν τις τράπεζές τους, που είχαν στα χαρτοφυλάκιά τους ελληνικά ομόλογα πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, αλλά και να δώσουν ανάσα στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της περιφέρειας των οποίων τα spreads ανηφόριζαν ραγδαία.

Σύμφωνα με άκρως απόρρητο έγγραφο του ΔΝΤ, που έχει στην κατοχή της η «Κ» και το οποίο περιγράφει λεπτομερώς τη συνεδρίαση του Ταμείου στις 9 Μαΐου, «οι εκπρόσωποι της Ολλανδίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας διεμήνυσαν στο συμβούλιο τις δεσμεύσεις των εμπορικών τους τραπεζών να υποστηρίξουν την Ελλάδα γενικά διατηρώντας την έκθεσή τους» στα ελληνικά ομόλογα. Οι τραπεζίτες τελικά δεν έμειναν πιστοί στις δεσμεύσεις τους, με πρώτους παραβάτες τους Γάλλους.

Παράλληλα, τρέχει η διαδικασία εκταμίευσης της πρώτης δόσης της δανειακής σύμβασης, ώστε να μη συμβεί το απευκταίο στις 19 Μαΐου. Ηδη από τις 4 του μηνός, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκδώσει σύσταση υπέρ της εκταμίευσης. Στις 10 του μηνός, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εγκρίνει τη σύσταση. Στις 12, υπογράφεται επισήμως η δανειακή σύμβαση. Στις 13, η ελληνική κυβέρνηση αιτείται επισήμως από την Κομισιόν, που συντόνιζε τη διαδικασία, την αποδέσμευση της πρώτης δόσης των διμερών δανείων. Την επόμενη ημέρα, Παρασκευή, η Κομισιόν απευθύνεται προς τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης και ζητεί να γίνει η πληρωμή των κονδυλίων. Στις 17 του μηνός, Δευτέρα, δίνονται οι σχετικές εντολές. Τα χρήματα εισρέουν στα ταμεία του ελληνικού Δημοσίου στις 18 Μαΐου ― μία μόνο ημέρα πριν από τον Αρμαγεδδώνα.

Στο ΔΝΤ και στην Ε.Ε. ανησυχούν, στην Ελλάδα ακόμη δεν καταλαβαίνουν

Στην ταραχώδη συνεδρίαση του εκτελεστικού συμβουλίου του ΔΝΤ, περίπου το 1/3 των εκπροσώπων –από 40 μη ευρωπαϊκές χώρες– αμφισβήτησε έντονα τις υποθέσεις εργασίας και τις προβλέψεις του ελληνικού προγράμματος. «Η εναλλακτική λύση της εθελοντικής αναδιάρθρωσης του χρέους έπρεπε να ήταν στο τραπέζι», είχε πει ο εκπρόσωπος της Αργεντινής, σύμφωνα με τα πρακτικά που διέρρευσαν τρία χρόνια αργότερα, συμπληρώνοντας ότι το Ταμείο αναλάμβανε το ρίσκο «της αναβολής, και ενδεχομένως της επιδείνωσης, του αναπόφευκτου». Οι εκπρόσωποι της Ρωσίας, του Καναδά και της Αυστραλίας αναφέρθηκαν στους τεράστιους κινδύνους του προγράμματος, ενώ ο Βραζιλιάνος είπε ότι μπορεί να αποτελέσει τελικά απλώς «μια διάσωση των ιδιωτών ομολογιούχων της Ελλάδας, κυρίως ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων». Ο ίδιος ο Ντ. Στρος-Καν είχε αντιταχθεί –χωρίς αποτέλεσμα– στην επιμονή των Ευρωπαίων για επιβολή υψηλών επιτοκίων στα διμερή δάνεια.
Ανησυχίες υπήρχαν και στην Ευρώπη. Στο Eurogroup της 3ης Μαΐου, υπήρξαν υπουργοί που έθεσαν το ζήτημα των επιτοκίων, αλλά και των μεγάλων λήξεων ελληνικών ομολόγων το 2014-15. Η απάντηση της τρόικας και των Γερμανών ήταν ότι αυτά θα εξεταστούν στο μέλλον, καθώς δεν υπήρχαν πια χρονικά περιθώρια για τροποποιήσεις.

Στην Ελλάδα έχει ξεκινήσει μια