Η γερμανική βιομηχανική εκμετάλλευση – Siemens, Novartis, Mercedes και οι γερμανοελβετικές τράπεζες που κλέβανε αμερικανικές αγορές.
Του Μανώλη Κοττάκη
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τις αιτίες που οδήγησαν τον πρόεδρο Τραμπ να επιβάλει τσουχτερούς δασμούς στους εμπορικούς ανταγωνιστές της Αμερικής στην Ευρώπη, τότε πρέπει να γυρίσουμε το ρολόι του χρόνου πίσω στο 1989-1990. Ο λόγος, απλός: για να αντιληφθούμε τι μας οδηγεί στο τέλος της παγκοσμιοποίησης οφείλουμε να γυρίσουμε στην αρχή της παγκοσμιοποίησης. Στο υποτιθέμενο «τέλος της Ιστορίας». Τι συνέβη στον κόσμο εκείνες τις χρονιές; Πρώτον, ο πρόεδρος Μπους ο πρεσβύτερος έδωσε στη διεθνή κοινότητα τη συναίνεση της υπερδυνάμεως για την επανένωση της Γερμανίας, λίγο καιρό μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Του «τείχους του αίσχους», όπως το ονομάζαμε τότε εμείς. Δεν ήταν εύκολη η απόφασή του. Με όλα όσα βάρυναν τη Γερμανία, η οποία αιματοκύλισε τον κόσμο στο απόγειο της δυνάμεως του Χίτλερ, απαιτούνταν μεγάλος προβληματισμός και περίσκεψη πριν γίνει οτιδήποτε.
Δεύτερον, η Αμερική εκείνη την εποχή -πάλι ο Μπους, αν θυμάμαι καλά- δεσμεύτηκε στη Ρωσία ότι το ΝΑΤΟ δεν θα φθάσει ποτέ έξω από την περίμετρό της. Έξω από την αυλή της. Δεν πέρασαν ούτε δέκα χρόνια από τότε. Η Γερμανία ηγήθηκε της νομισματικής ενοποίησης της Ευρώπης και της εισαγωγής του ευρώ σε μια μεγάλη αγορά, που περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, και τη δική μας επικράτεια, κηρύσσοντας στην ουσία εθνικό πόλεμο στον ευεργέτη της, την Αμερική. Προσοχή: δεν επρόκειτο για ευρωπαϊκό πόλεμο κατά της Αμερικής – επρόκειτο για εθνικό πόλεμο με όλα τα άλλα κράτη κομπάρσους. Αν ο Σημίτης ήξερε πόσο φασιστικά θα φερθεί η Γερμανία στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης, δεν θα χάριζε στον Τζορτζ Μπους τον νεότερο το μεταλλικό νόμισμα του ενός ευρώ μέσα στον Λευκό Οίκο. Επρόκειτο για μέγιστη πρόκληση προς το δολάριο.
Ο εθνικός πόλεμος που κήρυξαν οι αχάριστοι ευεργετηθέντες Γερμανοί κλιμακώθηκε σε όλες τις αγορές. Η Siemens άρχισε να κλέβει δουλειές από τις αμερικανικές τηλεπικοινωνιακές εταιρίες με μίζες που κατέβαλλε σε όλες τις κυβερνήσεις του πλανήτη, από την Ελλάδα έως τη Νιγηρία. Η Novartis άρχισε να κλέβει δουλειές από όλες τις αμερικανικές φαρμακευτικές εταιρίες σε όλο τον πλανήτη. Η Mercedes άρχισε να κλέβει δουλειές (μερίδιο αγοράς) από την αυτοκινητοβιομηχανία Ford μέσα στην αμερικανική αγορά, εκμεταλλευόμενη τους χαμηλούς δασμούς εισαγωγής Ι.Χ. που κατασκεύαζε σε εργοστάσια του Μεξικού. Γερμανοελβετικές τράπεζες, όπως η HSBC, προσέλκυαν όλο το «μαύρο» χρήμα του αναιδούς καπιταλισμού του πλανήτη στη Ζυρίχη, αφήνοντας τους παραδείσους του Ντέλαγουερ εκτός. Ακόμα και στον τομέα των εξοπλισμών, οι Γερμανοί δεν τα κατάφεραν με τα Eurofighters, αλλά υποβρύχια και φρεγάτες μια χαρά πωλούσαν σε συμμάχους των ΗΠΑ, εκτοπίζοντας την αμυντική βιομηχανία της Αμερικής από τις ευρωπαϊκές αγορές.
Mε δυο λόγια, φάρμακα ήταν, τηλέφωνα ήταν, αυτοκίνητα ήταν, καταθέσεις ήταν, εξοπλισμοί ήταν – η επανενωμένη Γερμανία, με τις άνομες πρακτικές, διεκδίκησε και τα πήρε από την Αμερική, που σιγά σιγά, χάρη και σε δικά της λάθη (outsourcing υπηρεσιών στην Κίνα), ένιωσε το πλήγμα της αποβιομηχάνισης και της ανεργίας.
Όταν η Αμερική ξύπνησε, δέκα χρόνια μετά την εισαγωγή του ευρώ στις χώρες-μέλη της ευρωζώνης, κατάλαβε ότι ήταν το μεγάλο κορόιδο. Πλήρωνε την άμυνα της Ευρώπης για να την πετάνε οι Γερμανοί ευεργετηθέντες αχάριστοι έξω από τις αγορές και για να αυξάνουν τις εμπορικές ανταλλαγές τους με τους Κινέζους. Έτσι, όταν ξέσπασε το 2007 η πρώτη κρίση του καπιταλισμού στο έδαφος των ΗΠΑ, με τα στεγαστικά δάνεια subprimes που ήταν ακάλυπτα από εγγυήσεις, και αναγκάστηκε να θυσιάσει εμβληματικές εταιρίες, όπως η Lehman Brothers, ή να εθνικοποιήσει (πρωτοφανές για αυτήν) άλλες για να τις διασώσει, έλαβε την πρώτη στρατηγική απόφαση: εξήγαγε την κρίση της στην Ευρώπη. «Μόλυνε» τις ευρωπαϊκές τράπεζες, αρχικά τις αγγλικές και δι’ αυτών τις γερμανικές.
Η δεύτερη στρατηγική της απόφαση ήταν η αποσταθεροποίηση του ευρώ, το οποίο είχε καταστεί παγκόσμιο αποθετικό νόμισμα, ανταγωνιζόμενο το δολάριο. Βοήθησε σε αυτό ο δεύτερος γύρος της παγκόσμιας κρίσης σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία το 2010.
Η τρίτη στρατηγική της απόφαση ήταν να αξιοποιήσει την αλαζονεία πολλών γερμανικών εταιριών, που είχαν το θράσος να αναζητήσουν και αμερικανικά κεφάλαια στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης για να συνεχίσουν να κλέβουν δουλειές από τους ευεργέτες τους.
Το πρώτο θύμα ήταν η Siemens, όταν χτύπησε την πόρτα του αμερικανικού χρηματιστηρίου και της κεφαλαιαγοράς. Η έρευνα που διατάχθηκε από τη Δικαιοσύνη των ΗΠΑ για τα διεφθαρμένα δίκτυά της σε όλο τον κόσμο ήταν η αιτία που έγινε έρευνα και στην Ελλάδα, δικαστική και κοινοβουλευτική. Ήταν η αιτία που μάθαμε για τα 2 εκατομμύρια μάρκα τα οποία μπήκαν στα ταμείο του ΠΑΣΟΚ. Ήταν η αιτία που μάθαμε για τους λεμονοστύφτες και τα φωτοτυπικά του Κυριάκου. Ήταν η αιτία που δραπέτευσαν κορυφαία στελέχη της, όπως ο Χριστοφοράκος και ο Καραβέλας, στο εξωτερικό.
Το δεύτερο θύμα ήταν οι «μαύρες» καταθέσεις στις γερμανοελβετικές τράπεζες. Οι Αμερικανοί κατέστρεψαν το διάσημο απόρρητό τους χάρη σε έναν υπάλληλό τους, τον περίφημο Φαλτσιανί, ο οποίος έκανε… φέιγ βολάν τις καταθέσεις όλων των Ευρωπαίων φοροφυγάδων, μεταξύ αυτών και της ελληνικής ελίτ. Ο Φαλτσιανί περίπου ομολογεί ότι ήταν πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ σε βιβλίο του. Στην Ελλάδα, η λίστα του έμεινε στην Ιστορία ως «λίστα Λαγκάρντ», και η παρασιώπησή της είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη ενός υπουργού του ΠΑΣΟΚ από το ειδικό δικαστήριο.
Το τρίτο θύμα ήταν η Novartis, εναντίον της οποίας διατάχθηκε έρευνα από την Αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Και, χάρη στους Έλληνες προστατευόμενους μάρτυρες, η εταιρία πλήρωσε πρόστιμο άνω των 350 εκατομμυρίων στο αμερικανικό δημόσιο. Στην Ελλάδα, οι αδιευκρίνιστες καταθέσεις μερικών υπουργών που ερευνήθηκαν από τη Δικαιοσύνη οδηγήθηκαν στο αρχείο, ενώ κορυφαίο στέλεχος του FBI, που υπηρετούσε στην αμερικανική πρεσβεία των Αθηνών και θέλησε να δώσει αναλυτική κατάθεση στον εισαγγελέα Διαφθοράς που διαδέχθηκε την Ελένη Τουλουπάκη, βρήκε κλειστές τις πόρτες της Δικαιοσύνης…
Η κυβέρνηση των Δημοκρατικών (τέταρτη στρατηγική απόφαση) κλιμάκωσε τον πόλεμο κατά της Ευρώπης, αλλά με τρόπο που δεν φαινόταν. Κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία, αλλά στην ουσία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας, που έχασε την πρόσβαση και στη φθηνή ενέργεια και στις αγορές της Κίνας. Πέραν αυτών, είναι αθόρυβο σε εξέλιξη εδώ και τρία χρόνια το μεγάλο σορτάρισμα σε κορυφαίες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, που μπορεί να πέσουν ανά πάσα στιγμή σε αμερικανικά χέρια σαν ώριμο φρούτο. Υιοθετήθηκε εν τέλει μια παλαιά άποψη των Βρετανών: «Η Γερμανία πρέπει να τρώει μια σφαλιάρα κάθε πενήντα χρόνια».
Τώρα, ο Τραμπ, που γνωρίζει από παγκόσμιο εμπόριο, έρχεται, με την πέμπτη στρατηγική απόφαση των ΗΠΑ, να δώσει τη χαριστική βολή στη γερμανική Ευρώπη με τους δασμούς. Αν και οι αποφάσεις του θα προκαλέσουν ύφεση και επιπτώσεις παγκοσμίως (η ναυτιλία μας τις γεύεται ήδη), πιθανότατα θα επικρατήσει. Οι εξαγωγές των ΗΠΑ θα γίνουν στο μέλλον και πάλι ανταγωνιστικές, η βιομηχανία τους θα αναζωογονηθεί και ίσως η οικονομία τους σωθεί από το δυσβάσταχτο χρέος. Μία σημείωση, όμως: οι Γερμανοί θα πληρώσουν το τίμημα και θα «γονατίσουν» για τα επόμενα χρόνια. Μην τους υποτιμάμε, όμως, γιατί είναι μυρμήγκια. Το γεγονός ότι τους δίδεται, 80 χρόνια μετά την πτώση του Χίτλερ, η δυνατότητα να φτιάξουν ξανά δικό τους στρατό ίσως η Αμερική και η λοιπή Ευρώπη το μετανιώσουν ακριβά κάποτε. Η τεχνογνωσία δεν ξεχνιέται. Όλος ο κόσμος είναι γεμάτος από «μπούνκερ», που θυμίζουν πώς έδρασε η στρατιωτική μηχανή των ναζί. Να μην πάμε ξανά γυρεύοντας… Αυτά.