Γράφει ο Παναγιώτης Ήφαιστος

Εν μέσω ενός πρωτοφανούς οργίου αποστασιών, απειλών, πιέσεων, πρωτοφανών απρόκλητων ξένων παρεμβάσεων και διεθνικών δράσεων, η απόφαση των Πρεσπών ολοφάνερα οδηγεί τα Βαλκάνια στην αστάθεια.

Σημειώνουμε ότι όλα τα παραπάνω αποτέλεσαν και λόγο οξύτατων αντεκδικήσεων ακόμη και μέσα στο ελληνικό κυβερνητικό σχήμα. Ωστόσο, δεν είναι μόνο ότι αυτά ξεχείλισαν στις «ψηφοφορίες» στα Σκόπια. Το εκκρεμές έφθασε τον πόλο του απόλυτου εξευτελισμού, όταν στην Αθήνα η κα Μέρκελ, δράστης εκβιασμών και καταστροφών του κράτους μας, ενώ γνώριζε πόσο ευαίσθητο είναι το σκοπιανό ζήτημα, εμβόλισε το πολιτικό μας σύστημα, με ντροπιαστικές για την πολιτική μας αξιοπρέπεια δηλώσεις.

Δεν τιμά όποιον ή όποιους στέκονταν δίπλα της και χαμογελούσαν. Μας υποσχέθηκε και επενδύσεις: Αφού κατέστρεψε την οικονομία και ρήμαξε την κοινωνία και τους πολίτες, η καγκελάριος δήλωσε πανέτοιμη να εξαγοράσει τη δημόσια και ιδιωτική περιουσία η οποία εκποιείται ταχύρρυθμα.

Στα γεωπολιτικά πεδία είναι ολοφάνερο τι συμβαίνει. Στο πλαίσιο πάγιων στρατηγικών των ηγεμονικών δυνάμεων για κατατριβή τρίτων, μεταφορά βαρών, έλεγχο και εξάρτηση με πρόκληση διενέξεων και πολέμων και καλλιέργεια ανώμαλων διακρατικών καταστάσεων στις περιφέρειες που διαιωνίζουν αυτόν τον έλεγχο, η Ελλάδα έγινε συνένοχος αποσταθεροποίησης των Βαλκανίων. Ταυτόχρονα μετατράπηκε σε ένα εν δυνάμει κύριο θύμα μιας πλέον αναπόφευκτης αναζωπύρωσης των βαλκανικών τριβών και διενέξεων.

Εν μέσω καταιγιστικών στρατηγικών εξελίξεων τοπικά, πλανητικά και περιφερειακά -οι οποίες ήδη προκαλούν μια πρωτοφανή ρευστότητα σε πλανητικό επίπεδο που πλέον παλεύουν πολλοί ηγεμονικοί ελέφαντες- η Ελλάδα ήταν αναγκαίο να κάνει το εξής: Συγκεκριμένα, όφειλε να μην είχε διολισθήσει σε τέτοια στρατηγικά και πολιτικά ατοπήματα, αλλά να είχε αναπτύξει στρατηγική εποπτεία των εξελίξεων και αποτελεσματική αποτρεπτική στρατηγική κατά της τουρκικής απειλής που αποτελεί προϋπόθεση μιας τέτοιας εποπτείας. Επίσης, χρειαζόταν να προχωρήσει σε συνεννοήσεις και συναλλαγές με βιώσιμα κράτη της περιφέρειάς μας, κυρίως τη Βουλγαρία, την Αλβανία και τη Σερβία.

Ταυτόχρονα, και μόνο εάν είχε επιτύχει μια τέτοια στρατηγική, θα μπορούσε να είναι ο κύριος και προνομιακός συνομιλητής των ΗΠΑ, ταυτόχρονα όμως ως προς κάποια ζητήματα και προνομιακός συνομιλητής με τη Ρωσία. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να καλλιεργήσει τις προϋποθέσεις μιας περιφερειακής σταθερότητας στερημένης ιστορικών ανεκδότων, τα οποία εξ αντικειμένου και αναπόδραστα θρέφουν τον αλυτρωτισμό. Ένας αλυτρωτισμός στο δύσμοιρο συνονθύλευμα ρευστών εθνοτήτων, που την κατασκευή του ενθάρρυναν, για καθαρά στρατηγικούς λόγους, οι Σοβιετικοί και στη συνέχεια ο Τίτο.

Τι είχαμε οίκοι

Όμως, τι είχαμε οίκοι;

Πρώτον, δεν επικαλεστήκαμε μόνο τον διεθνισμό για να δικαιολογήσουμε τη μοιραία Συμφωνία των Πρεσπών. Δηλαδή, ακόμη έναν εσχατολογικό διεθνισμό ο οποίος, εν μέσω διεθνούς χάους, υπόσχεται έσχατους γαλήνιους τόπους συνεργασίας και αγκαλιών, γιατί όχι και ανταλλαγών γραβατών και άλλων «πραγμάτων». Έγινε επίκληση, επίσης, της Συνθήκης του Βουκουρεστίου που δημιουργούσε, δήθεν, δεσμευτικό για εμάς Διεθνές Δίκαιο να αναγνωρίσουμε τα ιστορικά μακεδονικά ανέκδοτα.
Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου ή κάτι άλλο προγενέστερο ή μεταγενέστερο δεν προνοούσε καμιά τέτοια δέσμευση και είναι περίεργο γιατί σε μια χώρα δεκάδων νομικών διεθνολόγων δεν ασκήθηκε κριτική σε τόσο φαντασιόπληκτες και ανυπόστατες θέσεις (βλ. σχετικές αναλύσεις Γιάννη Μάζη). Οπότε διερωτόμαστε εύλογα, ακόμη και οξυδερκή άτομα τόσο εύκολα γίνονται θύματα ενός μαζοχιστικού και αυτοκτονικού νομικισμού;

Δεύτερον, στην Ελλάδα όμως της μεταψυχροπολεμικής εποχής, αυτά ίσως δεν θα πρέπει να προκαλούν έκπληξη. Πολλοί παρασύρθηκαν από τους χείμαρρους εθνομηδενιστικών θεωρημάτων και ιδεολογημάτων τα οποία υποστηρίζουν ότι το κράτος κατασκευάζει το έθνος και όχι το αντίστροφο. Αυτό βασικά υποστηρίζουν όσοι είναι υπέρ των Πρεσπών, ενώ πολλοί από αυτούς είναι γνωστό ότι λένε το ίδιο και για την Ελλάδα και την Κύπρο. Όπως θα έλεγε ο Κονδύλης, σε περιστάσεις μεταμοντέρνας παρακμής αναμιγνύονται κατά βούληση και αρέσκεια τα πάντα με τα πάντα, πλην τυγχάνει «ο μεταμοντέρνος χυλός είναι ευκολοχώνευτος αλλά δεν αποτελεί θρεπτική τροφή» (verbatim).

Τρίτον, τα πιο πάνω μαζί και το καθημερινά καταμαρτυρούμενο έλλειμμα επαρκούς γνώσης για τη διεθνή πολιτική –αυτό είναι γνωστό πρόβλημα πλην τα ελληνοτουρκικά, το συριακό και το «Μακεδονικό» το κατέδειξε και το ανάδειξε ως μείζον πλέον ζήτημα των Ελλήνων– οδήγησαν σε πολιτική και διπλωματική μυωπία. Αποτέλεσμα: διαπραγματευτικές στάσεις που προκαλούν απόγνωση και απελπισία. Πώς είναι δυνατό, για παράδειγμα, όσον αφορά τα ιστορικά ανέκδοτα περί Μακεδονισμού, οι Έλληνες να μην είχαν ζητήσει αυτό που ζήτησαν οι Αλβανοί και για το οποίο οι Βούλγαροι μίλησαν με περιφρόνηση.

Πολλά κράτη στην κλίνη του Προκρούστη

Η Συμφωνία των Πρεσπών ήδη παράγει προϋποθέσεις αστάθειας. Πολλά κράτη πλέον εδώ στα Βαλκάνια τοποθετήθηκαν στην κλίνη του Προκρούστη των στρατηγικών σχεδίων και παιγνίων πάνω στην οποία απρόσεκτα και αναλώσιμα κράτη κατακρεουργούνται και διασκορπίζονται με αδίστακτες συναλλαγές.

Εμείς οι ίδιοι πρωταγωνιστήσαμε στο άνοιγμα του ασκού του Αιόλου των μακεδονικών ανέμων που ήδη δημιουργεί αξιώσεις για μεγάλη Αλβανία και θέτει τη Βουλγαρία σε άμυνα και μπροστά σε επιλογές, εκ των οποίων καμία δεν θα συμφέρει την Ελλάδα.

Όσον αφορά τη Σερβία, με την οποία ήδη από τον 19ο αιώνα ανησυχούσε μαζί με τους Έλληνες να μην υπάρξουν μεταξύ των συνόρων τους ασταθή και μη βιώσιμα κρατίδια, θα βρεθεί και αυτή στη δίνη στρατηγικών παιγνίων από θέση αδυναμίας λόγω Κοσόβου. Στη Μόσχα τα στρατηγικά επιτελεία της Ρωσίας –όπως και αυτοί των ΗΠΑ– λογικά θα πρέπει πολύ να μας έχουν υποτιμήσει.
Αναμενόμενα, δεν θα αφήσουν αναπάντητα τα αμερικανικά στρατηγικά παίγνια στα Βαλκάνια. Όπως ήδη γράψαμε στο SLpress, στο εν εξελίξει πολυπολικό διεθνές σύστημα, ενώ ΗΠΑ και Ρωσία λογικά συγκλίνουν όσον αφορά την εξισορρόπηση της Κίνας, όπως πάντα συμβαίνει με τις ηγεμονικές δυνάμεις σε άλλα γεωπολιτικά πεδία, θα ανταγωνίζονται η μια την άλλη. Εισήλθαμε μέσα σε μια θυελλώδη δίνη μεταψυχροπολεμικής αστάθειας.

Τα περί «μετακινήσεων» και αποστασιών βουλευτών που θα δώσουν μια επίπλαστη πλειοψηφία υπέρ της στρατηγικής μας καταστροφής δεν τιμούν το πολιτικό μας σύστημα. Λογικό είναι να αναμένει κανείς από τους βουλευτές να το δουν. Πέραν αυτού, βέβαια, τίθενται μεγάλα ζητήματα συνταγματικότητας όλων αυτών και βέβαια λογικά πολλοί ήδη ζητούν δημοψήφισμα. Αυτό δεν είναι ζήτημα 150 ή 152 ψήφων, αλλά μέγα ζήτημα για το οποίο θα πρέπει να ερωτηθεί η ελληνική κοινωνία.

SLPress